Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ
ΣΤΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ
Ἐκφωνηθεῖσα ὑπό τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Γλυφάδας κ. Ἀντωνίου
εἰς τήν Στρατιωτική Σχολή Εὐελπίδων τήν 11.10.2024
Ἡ πολιτική τῆς ἀνεξιθρησκίας, τήν ὁποία ὁ Μωάμεθ ὁ Β’ ἐφήρμοσε καί τά ἐκκλησιαστικά προνόμια, τά ὁποῖα αὐτός καί πολλοί ἀπό τούς διαδόχους του παρεχώρησαν στούς Ἕλληνες, ἄν καί πολλές φορές κατεπατοῦντο ἀπό τούς σουλτάνους, καί προπαντός ἀπό τούς ἀσύδοτους μπέηδες καί πασάδες τῶν ἐπαρχιῶν, κατέστησαν τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μητέρα καί προστάτιδα τοῦ ὑποδούλου Γένους. Οἱ Μητροπόλεις, οἱ Ναοί καί τά Μοναστήρια ὑπῆρξαν καθ᾿ ὅλη τήν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας τά καταφύγια τῶν ὑποδούλων, ἀλλά καί οἱ φάροι, οἱ ὁποῖοι ἀκατάπαυστα ἀκτινοβολοῦσαν τό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς ἐλπίδος τῆς ἐθνικῆς ἀναστάσεως.
Οἱ Ὀρθόδοξοι Βαλκανικοί λαοί κατά τήν περίοδο αὐτή, ἄν καί πολλοί ἦσαν ὄχι μόνον ἑλληνόφωνοι, ἀλλά καί σλαβόφωνοι, βλαχόφωνοι, ἀλβανόφωνοι, τουρκόφωνοι καί βουλγαρόφωνοι, ἤ χρησιμοποιοῦσαν μιά τοπική διάλεκτο πού ἀπετελεῖτο κυρίως ἀπό σλαβικά ἀλλά καί ἀπό παρεφθαρμένος τουρκικές, ἀλβανικές καί ἑλληνικές λέξεις, ἐν τούτοις εἶχαν τήν αἴσθηση, ὅτι εἶναι Ρωμιοί, δηλαδή Ἕλληνες· καί γι᾿ αὐτό συμμετεῖχαν σέ διάφορα ἀπελευθερωτικά κινήματα. Συνεκτικός κρίκος γιά τήν διατήρηση τῆς ἑλληνικῆς ταυτότητος ἦταν ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική πίστις καί τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, πού ἀφύπνιζε τήν ἑλληνικότητα τῶν ὑποδούλων μέ τά πάμπολλα ἑλληνικά σχολεῖα, πού εἶχε κυρίως στίς πόλεις καί στά μεγάλα χωριά.
Ὅμως, ἡ εἰρηνική συνύπαρξις τῶν ὑποδούλων ἄρχισε νά διασπᾶται στά μέσα τοῦ 18ου αἰῶνος. Τό 1769 οἱ Βούλγαροι ἀφυπνίζονται ἐθνικά ἀπό τόν βουλγαρομολδαβό μοναχό Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ. Ἀργότερα, ἡ ἐθνική αὐτοσυνειδησία τους ἀπέκτησε, ἰδίως μετά τήν κατόπιν ρωσσικῆς πιέσεως συνθήκη τοῦ ἁγ. Στεφάνου τό 1878, μεγαλοϊδεατικές βλέψεις, μέ τάσεις γιά μεγάλη Βουλγαρία, πού θα περιελάμβανε καί ὅλη τήν Μακεδονία, ἐκτός ἀπό τήν Θεσσαλονίκη καί τήν Χαλκιδική, καί γιά ἀπεξάρτηση ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.
Γι᾿ αὐτό, ὅταν μέ ρωσική ὑποστήριξη ὁ σουλτάνος Ἀμπντούλ Χαμίτ ἵδρυσε τό 1870 τήν Βουλγαρική Ἐξαρχία στήν Κωνσταντινούπολη, οἱ βούλγαροι θέλησαν νά προσαρτήσουν σέ αὐτήν τίς 30 ἀπό τίς 49 ἐπισκοπές τῆς Μακεδονίας, τῆς ἑλληνικῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας καί τῆς Θράκης. Τό Πατριαρχεῖο ἀμέσως ἀντελήφθη, ὅτι ἡ ἐνέργεια αὐτή θά προκαλοῦσε διάσπαση τῶν Ὀρθοδόξων πληθυσμῶν καί ἐκβουλγαρισμό τῶν Ἑλλήνων. Γι᾿ αὐτό κατεδίκασε τό 1872 τήν Ἐξαρχία ὡς σχισματική καί προσεπάθησε νά τονώση τήν ἑλληνική ἐθνική συνείδηση. Παράλληλα ὅμως, καί ἡ Ἐξαρχία προσεπάθησε νά προσελκύση τούς σλαβόφωνους πληθυσμούς κατ᾿ ἀρχάς εἰρηνικά, ἱδρύοντας σχολεῖα σλαβόφωνα στά ὁποῖα διώρισε βουλγάρους δασκάλους καί τελώντας τήν Θεία Λειτουργία μέ βουλγάρους ἱερεῖς στά σλαβονικά, ὥστε νά εἶναι περισσότερο κατανοητή ἀπό τήν τελουμένη στά Ἑλληνικά. Ἀλλά, μετά τήν καταδίκη τῆς Ἐξαρχίας, ἔγινε συνείδησις στόν λαό, ὅτι ἐξαρχικός σημαίνει βούλγαρος καί πατριαρχικός σημαίνει Ἕλληνας. Ἔτσι πολλά χωριά, πού εἶχαν προσχωρήσει μέν στήν Ἐξαρχία, ἀλλά εἶχαν ἑλληνική συνείδηση, ἔφυγαν ἀπό αὐτήν. Τό γεγονός αὐτό ἐξώργισε τούς βουλγάρους, οἱ ὁποῖοι ἔκτοτε προσπάθησαν νά προσαρτήσουν στήν Ἐξαρχία Ναούς, Μοναστήρια, σχολεῖα, ἱερεῖς καί προύχοντες, εἴτε μέ τά ὅπλα, εἴτε μέ ἀπειλές, ξυλοδαρμούς καί βιαίους θανάτους.
Οἱ κομιτατζῆδες, μέ τήν ἀνοχή τῶν τούρκων, προέβαιναν σε “ἀθώων και ἀόπλων ἐκβιάσεις, ληστεῖες, δολοφονίες ἀνδρῶν καί γυναικῶν, βασανιστήρια ἱερέων, ἰατρῶν καί δασκάλων, κατακρεουργήσεις, ἐμπρησμούς ναῶν, ἀναρχία, γενική τρομοκρατία, πλημμύρες αἵματος”, ὅπως ἀναφέρει βρετανός διπλωμάτης τό 1903.
Στίς τραγικές αὐτές στιγμές ἡ Ἐκκλησια δέν μποροῦσε νά μείνη ἀμέτοχη. Ἔπρεπε νά προστατεύση τά παιδιά της. Ὅπως παλαιότερα ἔτσι καί τώρα, οἱ ἐπίσκοποι «ἦσαν τό ἐπίκεντρο τῶν ἐπαναστατικών κινημάτων», διότι ἦταν ἀδιανόητο νά γίνη ἐπαναστατικό κίνημα ἐκείνη τήν ἐποχή χωρίς τήν συμμετοχή τῶν κληρικῶν, ἔστω καί ἄν μερικές φορές οἱ Ἐπίσκοποι ἔπρεπε νά παριστάνουν, ὅτι ἐπιδεικνύουν νομιμοφροσύνη ἔναντι τῶν Ὀθωμανικῶν Ἀρχῶν καί νά τηροῦν στάση ἐπιφυλακτική, ἐπειδή αὐτό ἐπέτασσε ἡ φρόνησις, γιά τήν φύλαξη τοῦ ποιμνίου τους ἀπό σφαγές.
Στίς θυσίες γιά τήν ἐλευθερία δέν ἦταν δυνατόν νά εἶναι ἀπόντες οἱ κληρικοί παντός βαθμοῦ, διότι εἶναι σάρκα ἀπό τήν σάρκα τοῦ Ἔθνους. Ὁ ἑλληνικός Κλῆρος δέν ξεχώρισε ποτέ -καί δέν ξεχωρίζει- τόν ἑαυτό του ἀπό τόν λαό, ὅπως συνέβαινε στήν φεουδαρχική Εὐρώπη. Πάντοτε ὑπέφερε καί συσταυρώθηκε μαζί του στίς διάφορες δοκιμασίες. Ἡ παράδοση τοῦ ὀρθοδόξου ἑλληνικοῦ κλήρου εἶναι τό «συγκακουχεῑσθαι τῷ λαῷ τοῡ Θεοῦ» (Εβ. 11, 25). Γι᾿ αὐτό οἱ κληρικοί ἀνεδείχθησαν καθ᾿ ὅλη τήν διάρκεια τῆς δουλείας ἡ θερμουργός πνοή καί ἡ ἑστία ἀναζωπυρώσεως τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος.
Ἴσως κάποιος, κρατῶντας ὡς δεδομένο τό οἰκουμενικό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας καί βλέποντας τόν ἐνεργό ρόλο τῶν κληρικῶν στούς ἐθνικούς μας ἀγῶνες, θά τoύς κατηγοροῦσε γιά παρεκτροπή ἤ ἔστω γιά παρέκκλιση ἀπό τήν ἀποστολή τoυς. Ὅπως ἔγραφε ὁ Ἰ. Συκουτρής, «ἄν εἶχε κανένας νά κατηγορήσῃ τήν Ἐκκλησίαν, θά ἔλεγεν, ὅτι πολλάκις τόν τελείως δευτερογενῆ δι᾿ αὐτήν σκοπόν ἔθεσεν ὑπεράνω τῶν καθαρῶς θρησκευτικῶν». Ὅμως, ὅπως ἔλεγε ὁ καθηγητής Δημ. Μπαλάνος κατά τήν ὁμιλία του στήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν τήν 17η Μαρτίου 1938, «ἡ πρός τήν ἐπίγειον Πατρίδα ἀγάπη οὐδόλως παρεμποδίζει τόν πρός τήν ἄνω Ἰερουσαλήμ κοινόν χριστιανικόν πόθον». Διότι καί «τήν μέλλουσαν πόλιν ἐπιζητοῦμεν», κατά τόν ἅγιο ἀπόστολο Παῦλο (Ἐβρ. 13, 14), ἀλλά καί τήν πρόσκαιρη δέν παραθεωροῦμε.
Γι᾿ αὐτό, καί στόν μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 νέο ἀπελευθερωτικό ἀγῶνα, τόν Μακεδονικό, οἱ Ἕλληνες κληρικοί εἶχαν ἐνεργό συμμετοχή. Ὅμως, αὐτός ἦταν ἕνας ἀγῶνας ἰδιότυπος καί διττός: ἀφ᾿ ἑνός γιά τήν ὑπόσταση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί ἀφ᾿ ἑτέρου γιά τήν ἀκεραιότητα τῆς ἑλληνικότητος τῆς Μακεδονίας. Ἦταν ἕνας ἀγῶνας ἐναντίον δύο ἐχθρῶν συγχρόνως· τῶν τούρκων καί τῶν βουλγάρων. Ἦταν ἀγῶνας ἀδυσώπητος καί ἀμείλικτος. Καί ἡ πρώτη πού ἀντιμετώπισε τήν ἀγρία μορφή του ἦταν ἡ Ἐκκλησία. Πρῶτοι οἱ κληρικοί καί οἱ διωρισμένοι ἀπό τήν Ἐκκλησία δάσκαλοι ἀντιστάθηκαν στήν βία τῶν κομιτατζήδων, πού ἐπεδίωκαν τόν ἐκβουλγαρισμό τοῦ λαοῦ. Καί πρῶτοι αὐτοί ἐδολοφονήθησαν.
Ἡ Ἐκκλησία ἀνεδείχθη κυματοθραύστης τῆς βουλγαρικῆς ἐπιβουλῆς καί κατά κάποιο τρόπο ὑποκατέστησε, ὡς πρός τό ἔμπρακτό ἐνδιαφέρον γιά τήν προάσπιση τοῦ Μακεδονικοῦ Ἑλληνισμοῦ, τό μικρό καί ἀδύναμο τότε, μετά τήν τραγική ἧττα στόν ἑλληνοτουρκικό πόλεμο τοῦ 1897, Ἑλληνικό κράτος. Πάλεψε μέ ἀντίπαλο πανίσχυρο. Μόνη της. Ἀβοήθητη. Μόνον μέ τήν πίστη στόν Χριστό καί τήν ἀγάπη τοῦ λαοῦ. Ἀλλά ἐπετέλεσε τό καθῆκόν της, ὅπως ἀπαιτοῦσαν οἱ χαλεποί καιροί. Οἱ Ἱεράρχες, ἐκμεταλλευόμενοι τήν δύναμη πού τούς ἔδινε ἡ θέση τους ἀπέναντι στίς τουρκικές Ἀρχές, ἀσκοῦσαν ἀπόλυτη ἐξουσία στόν διορισμό ἑλληνοψύχων καί γενναίων δασκάλων, οἱ ὁποῖοι ἐδίδασκαν στούς ὑποδούλους τήν ἑλληνική γλῶσσα καί διατηροῦσαν ἄσβεστο τόν πόθο γιά τήν ἀπελευθέρωση τῆς Μακεδονίας καί τήν ἔνωση μέ τήν Ἑλλάδα. Οἱ Μητροπολίτες ἀνεδείχθησαν οἱ πρῶτοι ἀγωνιστές τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα. Οἱ Μητροπόλεις ἔγιναν στρατηγεῖα. Οἱ Ναοί καί τά Μοναστήρια, ἀσφαλῆ κρησφύγετα τῶν Μακεδονομάχων καί ἀποθῆκες ὅπλων. Οἱ Ἱερεῖς καί οἱ Μοναχοί, οἱ φύλακες ἄγγελοι τῶν καταδιωγμένων, οἱ καλοί Σαμαρεῖτες τῶν τραυματιῶν, οἱ προμηθευτές τροφῶν, ὅπλων καί πυρομαχικῶν, οἱ μόνιμοι σύνδεσμοι τῶν ἀγωνιστῶν, ἡ ψυχή ὅλων τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ Ἀγῶνα.
Οἱ βούλγαροι κυριολεκτικά ἐδαιμονίζοντο μέ τήν στάση αὐτή τῶν κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι γι᾿ αὐτόν τόν λόγο ἔγιναν τά πρῶτα θύματα τῆς ἄνευ προηγουμένου θηριωδίας τους. Ἡ Ἐκκλησία δέχθηκε «αἱματηρά πλήγματα», ἀλλά στάθηκε ἀλύγιστη, ὅσο καί ἄν τά πλήγματα ἦσαν σκληρά καί φοβερά. Συνέχιζε μέχρι τέλους νά παρωτρύνη τόν λαό μέ σθένος καί ἀδάμαστο φρόνημα νά μήν ὑποχωρήση στήν ἐπιβουλή τοῦ βουλγαρικοῦ ἐθνικισμοῦ. Γι᾿ αὐτό ὁ ἱερός Μακεδονικός ἀγῶνας καθηγιάσθη μέ τό αἷμα πολλῶν Ἐπισκόπων, Ἱερέων καί Μοναχῶν, πού χύθηκε εἴτε μέ φρικτά βασανιστήρια, εἴτε στήν μάχη, διότι πολλές φορές, ὅταν ἡ παραμονή Ἱερέων στά χωριά τους ἦταν ἀδύνατη καί θά εἶχε σάν συνέπεια τήν θανάτωσή τους ἀπό τούς βουλγάρους, ἔπαιρναν τά ὅπλα καί ἔβγαιναν στό ἀντάρτικο.
Τόν κεντρικό συντονισμό τῆς ἑλληνικῆς ἀντιστάσεως εἶχε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Οἱ Πατριάρχες Κωνσταντῖνος Ε’ ὁ Βαλλιάδης (1897-1901) καί Ἰωακείμ Γ’ (1901-1912) ἀντικατέστησαν σέ πολλές Μακεδονικές Μητροπόλεις τούς ἐπισκόπους, πού εἴτε δέν εἶχαν τήν ἀπαιτουμένη ἱκανότητα εἴτε ἐπεδείκνυαν φιλοβουλγαρικές τάσεις, μέ ἄλλους, νέους στήν ἡλικία, μεταξύ 34 ἕως 39 ἐτῶν, ἀλλά μέ φλογερή ἀγάπη γιά τόν Χριστό καί τήν Ἑλλάδα, εὐφυΐα ὀξυδερκῆ, παράστημα ἀρρενωπό καί ἐπιβλητικό, μόρφωση ἐξαιρετική, γλωσσομάθεια, φρόνημα ἀκμαῖο καί ἀκατάβλητο, ἡρωισμό, γενναιότητα καί δεινότητα ρητορική καί διπλωματική. Μερικοί ἀπό τούς φλογερούς αὐτούς πατριῶτες νέους Ἱεράρχες, πού ἐτέθησαν ἀποφασισμένα ἐπικεφαλῆς τοῦ πολυμόρφου ἀγῶνα γιά τήν διάσωση τῆς Μακεδονίας εἶναι ὁ θρυλικός Καστορίας Γερμανός Καραβαγγέλης, ὁ Πελαγονίας Ἰωακείμ Φορόπουλος, ὁ Νευροκοπίου Θεοδώρητος Βατματζίδης, ὁ Θεσσαλονίκης Ἀλέξανδρος Ρηγόπουλος, ὁ Σερρῶν Γρηγόριος Ζερβουδάκης, ὁ Μελενίκου Εἰρηναῖος Παντολέοντος, ὁ Βοδενῶν Στέφανος Δανιηλίδης, καί ὁ διάδοχός του Νικόδημος, ὁ Γρεβενῶν Αἰμιλιανός Λαζαρίδης, ὁ Κορυτσᾶς Φώτιος Καλπίδης, ὁ Δυρραχίου Προκόπιος καί ὁ Δράμας Χρυσόστομος Καλαφάτης. Αὐτοί κυρίως, ἀλλά καί πολλοί ἄλλοι, ἀνέλαβαν, τήν ἀποστολή τῆς διασώσεως τῆς Μακεδονίας ἀπό τήν πανσλαβική ἀπειλή. Αὐτοί ἐβάστασαν τόν καύσωνα τῆς ἡμέρας καί τό ψῦχος τῆς νυκτός. Χωρίς αὐτούς ὁ ἑλληνισμός τῆς Μακεδονίας θά εἶχε χαθῆ πρίν τό 1903, πού ἡ κυβέρνηση Θεοτόκη στήν Ἑλλάδα ἀπεφάσισε νά στείλη ἔνοπλα στρατιωτικά τμήματα καί τό ἔκαμε τό 1904.
Οἱ Ἱεράρχες αὐτοί ἐργάσθηκαν ἐν πολλοῖς μόνοι. Συχνά, ὅμως, τούς συνέτρεχε καί λαός πολύς, ἐνόπλων καί ἀόπλων, πού στάθηκε ἀλληλέγγυως μαζί τους. Ἀλλά ὁ κόσμος αὐτός δέν βρέθηκε ἐκεῖ ἀπό μόνος του, σάν ἀπό μηχανῆς θεός. «Χρειάσθηκε -κατά τόν Παν. Κανελλόπουλο- πολλή δουλειά, ὀργανωτική ἱκανότητα, πού πολύ σπάνια δείχνουν οἱ Ἕλληνες, ἀκόμα καί στήν ἐλεύθερη πατρίδα τους, συντονισμός ἐνεργειῶν σέ χώρα πού βρισκόταν κάτω ἀπό τόν ζυγό ἑνός ἰσχυροῦ μακροχρόνιου κατακτητῆ, τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας». Καί τά κέντρα τοῦ συντονισμοῦ, τῆς ὀργανώσεως, τῆς ἐμπνεύσεως καί τῶν κατευθύνσεων ἦσαν οἱ ἕδρες τῶν Μητροπόλεων. Ἐκεῖ, οἱ ἀνύστακτοι φρουροί Ἱεράρχες, μέ τά ἡγετικά τους προσόντα, ἀνεδείχθησαν ἀρχηγοί τοῦ Ἀγῶνα, συμπράττοντες μέ τούς πιό ποικίλους παράγοντες, δηλαδή μέ τά ἑλληνικά προξενεῖα, τούς ἀξιωματικούς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, τούς ντόπιους λαϊκούς ὁπλαρχηγούς, τούς ἐπιστήμονες, τά σωματεῖα, τίς κοινότητες, τούς δασκάλους, τούς ἱερεῖς, τούς τραπεζίτες, τόν λαό. Μέ ὅλους συνειργάσθησαν μέ τό ὅραμα τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος. Καί μάλιστα στήν ἀρχή ἄοπλοι, διότι τά ὅπλα ἦλθαν ἀργότερα.
Τό πρῶτο καί ἐπεῖγον πού εἶχαν νά ἀντιμετωπίσουν οἱ νέοι αὐτοί Ἱεράρχες ἦταν ἡ ἐμψύχωση καί ἡ ἀναπτέρωση τοῦ καταπτοημένου ἠθικοῦ τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν, πού δεινοπαθοῦσαν ἀπό τά ἀδυσώπητα πλήγματα τῶν Κομιτατζήδων. Τό ἔργο ἦταν δυσχερές καί ἐπικίνδυνο. Ἡ ὕπαιθρος χώρα ἐκυριαρχεῖτο ἀπό τίς συμμορίες τῶν βουλγάρων, πού μέ φωτιά καί τσεκοῦρι ἀδρανοποιοῦσαν κάθε ἑστία ἑλληνισμοῦ. Ὁλόκληρα χωριά, φοβούμενα τήν ἀσκουμένη βία καί τήν τρομοκρατία, μετεπηδοῦσαν στήν Ἐξαρχία, ἐνῶ ἱερεῖς, δάσκαλοι καί πρόκριτοι ἐσφάζοντο καθημερινά ἀνηλεῶς. Στά «Ἀπομνημονεύματά» του ὁ Γερμανός Καραβαγγέλης περιγράφει ὡς ἑξῆς τήν κατάσταση στήν περιοχή τῆς Καστοριᾶς, ὅταν ὁ ἴδιος ἐγκατεστάθη ἐκεῖ (1900): «Οἱ συμμορίες (τῶν βουλγάρων κομιτατζήδων) συγκαλοῦσαν τήν νύχτα τούς χωρικούς μέσα στίς Ἐκκλησίες. Ἀφοῦ τούς ὅρκιζαν στό Κομιτάτο, τούς ἀποσποῦσαν μέ τήν ἀπειλή τῶν ὅπλων ἀναφορές, μέ τίς ὁποῖες ἐδήλωναν ὅτι ἀποσκιρτοῦν στήν Ἐξαρχία. Ἀρκετοί χωρικοί γιά νά σωθοῦν κατέφευγαν στήν Καστοριά, οἱ δάσκαλοι ἐγκατέλειπαν τίς θέσεις τους, ἰδίως μετά τόν τραγικό θάνατο τοῦ δασκάλου Σετόμου Μαλιγγάνου, πού ἔφερε τριάντα λογχισμούς, καί οἱ ἱερεῖς μετά τήν δολοφονία τῶν ἱερέων τῶν χωριῶν Νερετίου, Στρεμπένου, Προκοπάνας καί Μποσδίβιστας, εἴτε κατέφυγαν στήν Καστοριά... εἴτε ἔμεναν στά χωριά τους σιωπώντας καί περιμένοντας τήν ἡμέρα τῆς ἀπελευθερώσεώς τους ἀπό τήν τυραννία τοῦ Βουλγαρικοῦ Κομιτάτου».
Οἱ Ἀρχιερεῖς δέν ἐδίστασαν νά περιφρονήσουν καί τόν φόβο γιά τήν ζωή τους. Μέ τήν συνοδία ἑνός ἤ δύο προσώπων ἄρχισαν περιοδεῖες στά χωριά, μέ πολεμική ἐξάρτυση οἱ περισσότεροι, δείχνοντες ἔτσι τό ἀλύγιστο φρόνημά τους καί τήν πεποίθησή τους, ὅτι αὐτοί εἶναι οἱ δυνατοί καί ὄχι οἱ βούλγαροι. Ὁ λαός, βλέποντας τίς κινήσεις αὐτές καί ἀκούοντας τά πύρινα κηρύγματα τῶν Ποιμεναρχῶν του, αἰσθανόταν νά ἀναπτερώνωνται οἱ ἐλπίδες του καί νά πυργώνωνται τά ὄνειρά του. Εἶναι χαρακτηριστική τοῦ «ἀέρα» πού εἶχαν ἔναντι τῶν Κομιτατζήδων οἱ Ἱεράρχες ἡ περίγραφη πού κάνει γιά τόν ἑαυτό του καί τήν ἐμφάνισή του ὁ Καστορίας Γερμανός Καραβαγγέλης: «Εἰς τήν Μητρόπολίν μου -γράφει στά Ἀπομνημονεύματά του- πάντοτε εἶχον δύο θαυμάσια ἄλογα. Ὅταν ἔκανα τέτοια ἐπικίνδυνα ταξίδια ντυνόμουν κάπως διαφορετικά. Ἔρριχνα ἐπάνω μου ἕνα μαῦρο ἐγγλέζικο ἀδιάβροχο, φοροῦσα μπότες ψηλές ὡς τό γόνατο, τό ἀντερί μου τό ἐσήκωνα κι᾿ ἔπιανα τίς ἄκρες του μέσα στίς τσέπες μου καί πάνω ἀπό τό καμηλαῦκι μου ἔρριχνα ἕνα μαῦρο μαντῆλι. Στόν ὦμό μου κρεμόταν τό μάλιγχερ (ὅπλο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης) καί στό στῆθός μου σταυρωτά, κάτω ἀπό τό ἀδιάβροχο, διακρίνονταν οἱ φυσιγγιοθῆκες μέ τά φυσέκια. Στή μέση φοροῦσα μιά πέτσινη ζώνη, ἀπ᾿ ὅπου κρέμονταν ἀπό τήν μιά ἡ θήκη τοῦ πιστολιοῦ μου, πού ἦταν μεγάλο καί γίνονταν ἐν ἀνάγκῃ καί τουφέκι, κι᾿ ἀπό τήν ἄλλη ἕνα μαχαῖρι στή θήκη του. Ἔτσι ὅλοι μέ πέρναγαν γιά στρατιωτικό ἤ ἀστυνομικό».
Οἱ Ἀρχιερεῖς ἐστήριζαν τούς Ἕλληνες σέ κάθε περίσταση καί ἀξιοποιοῦσαν κάθε εὐκαιρία ἔντεχνα καί χωρίς ἀναστολές φόβου. Ἀντίθετα, κάθε κτύπημα ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων ἐγίνοντο ἐφαλτήριο γιά νέες ἐξάρσεις πατριωτισμοῦ, γιά νέα ἰσχυρή στήριξη τοῦ φρονήματος τῶν διωκομένων. Τέτοιες εὐκαιρίες ἦσαν ἀναμφισβήτητα οἱ κηδεῖες τῶν ἀτυχῶν θυμάτων τῆς βουλγαρικῆς θηριωδίας. Στίς 19 Σεπτεμβρίου τοῦ 1906 ἐδολοφονήθη ἄγρια ὁ Κορυτσᾶς Φώτιος, σέ ἐνέδρα κομιτατζήδων στό χωριό Μπραβίδιτσα. Τήν κηδεία του ἐτέλεσε ὁ Καστορίας Γερμανός καί τήν περιγράφει ὡς ἑξῆς: «Δέν πέρασαν τρεῖς μέρες πού εἶχα φθάσει στήν Καστοριά καί λαβαίνω τηλεγράφημα ὅτι σκοτώθηκε ὁ Φώτιος κοντά σ’ ἕνα χωριό, δυό ὧρες ἔξω ἀπό τήν Κορυτσά, ὅπου εἶχε βγῆ γιά περιοδεία. Συγχρόνως λαβαίνω καί τηλεγραφική διαταγή τοῦ Πατριαρχείου νά πάω ἀμέσως στήν Κορυτσά καί νά κάνω τήν κηδεία τοῦ μακαρίτη. Ἀμέσως πῆγα στήν Κορυτσά. Οἱ βούλγαροι εὐτυχῶς δέν μποροῦσαν νά μέ παρακολουθοῦν καί στίς ἔκτακτες περιοδεῖές μου, ὅπως τώρα, ἄν δέν εἶχαν γνώση ἀπό πρωτύτερα, κι ἔτσι αὐτή τήν φορά τράβηξα κατ᾿ εὐθεῖαν. Ἐκεῖ βρῆκα τόν λαό τρομαγμένο καί ἔπρεπε νά ἀναπτερώσω τό φρόνημά του. Τήν κηδεία ἔκανα μαζί μέ τόν Μητροπολίτη Δυρραχίου Προκόπιο. Ἐγώ ἐξεφώνησα τόν ἐπικήδειο τοῦ ἀειμνήστου Φωτίου. Ἀνέβηκα στόν ἄμβωνα καί ἄρχισα μέ τό προφητικό ρητό: “Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα καί ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ, ἕως οὗ ἔλθη ᾧ ἀπόκειται καί αὐτός προσδοκία ἐθνῶν”». Θά ἤθελα ἐδῶ νά διευκρινίσω, ὅτι αὐτή εἶναι μία προφητεία πού ἐλέχθη γιά τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ 1500 χρόνια πρίν τήν γέννησή Του. Αὐτός εἶναι ὁ ἄρχοντας καί ὁ ἡγούμενος, ἀλλά ὁ Μητροπολίτης Γερμανός προσπάθησε νά τήν προσαρμόση στόν ἕλληνα βασιλέα, πού κατ᾿ οὐσίαν ἐκπροσωποῦσε τό ἔθνος. Γι᾿ αὐτό, συνεχίζοντας γράφει, ὅτι λέγοντας τό ρητό «μέ τό χέρι μου ἔδειχνα τήν Ἑλλάδα. Ὁ λόγος μου ἦταν ἐκ τοῦ προχείρου, μά τούς ἐφανάτισε καί ἔκλαιγαν. Τούς εἶπα πώς δέν πρέπει νά ἀπελπίζωνται, πώς στήν θέση τοῦ σκοτωμένου ἐμεῖς θά στείλωμε καλύτερο, κι ἄν τούς τόν σκοτώσουν κι αὐτόν θά στείλουμε ἄλλον, ἀκόμα καλύτερον. Καί ἐπανελάμβανα: “Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα, ἕως οὗ ἔλθη” ἐκεῖνος πού εἶναι προσδοκία ἐθνῶν, Ἑλλήνων, Ἀλβανοφώνων, Σλαβοφώνων, Κουτσοβλάχων, πού εἶναι ὅλοι γνήσια παιδιά τῆς Ἑλληνικῆς Φυλῆς. Ὁ ἐνθουσιασμός τοῦ πρίν τρομαγμένου λαοῦ, πού εἶχε πλημμυρίσει τήν Ἐκκλησία καί τόν αὐλόγυρο, σιωπηλός καί κατηφής, ἦταν ἀπερίγραπτος. Φωνές, κατάρες, ζητωκραυγές ἀντηχοῦσαν τώρα. Τόσο, πού ἅμα τελείωσα τό λόγο μου, ὁ μουτεσαρίφης (νομάρχης) Κορυτσᾶς, πού ἦταν τρομερά μισέλλην, ρωτοῦσε μέ ἐπιμονή τόν μουαβίνη (βοηθό) του τί εἶπα στό λόγο μου. Ὁ μουαβίνης ἦταν Ἕλληνας καί φίλος μου. Τοῦ εἶπε λοιπόν πώς μίλησα πολύ ἀρχαῖα ἑλληνικά καί δέν κατάλαβε κι αὐτός καλά-καλά τί εἶπα. Ἀλλά ὅτι μίλησα θρησκευτικά».
Ὅταν οἱ λαοί ἔβλεπαν τόν Δεσπότη τους κοντά τους, ἀποφασισμένο γιά ὅλα, ἀψηφώντας τά πάντα, μιλώντας μέ παρρησία καί θάρρος, στεριώνονταν κι αὐτοί στήν πίστη στόν Χριστό καί στήν Ἑλλάδα. Καί τά σχέδια τοῦ Κομιτάτου κατέρρεαν ἐμπρός στήν ἀποφασιστικότητα τῶν Ἑλλήνων Ἱεραρχῶν.
Ἄς δοῦμε, ὅμως, περισσότερο κάποιους ἀπό τούς Ἀρχιερεῖς αὐτούς. Ἤδη γιά τόν Καστορίας Γερμανό Καραβαγγέλη (1866-1935) εἴπαμε ὡρισμένα. Θά προσθέσουμε, ὅτι εἶχε σπουδαία μόρφωση καί γι᾿ αὐτό ἦταν καθηγητής στήν Σχολή τῆς Χάλκης. Ο Πατριάρχης ἐξετίμησε τήν μόρφωση καί τήν δραστηριότητά του, καί τόν ἐτοποθέτησε στήν Καστοριά, διότι, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ἐκτός τῆς πόλεως, ὁ λαός ὑπέφερε ἀπό τίς θηριωδίες καί τίς σφαγές τῶν κομιτατζήδων. Ἐκεῖ δέχεται πολλές ἀπειλές γιά τήν ζωή του. Παρά ταῦτα περιέρχεται ἔφιππος τά χωριά τῆς ὑπαίθρου, ἐνθαρρύνει τούς χωρικούς, ἀνοίγει ἐρημωμένες Ἐκκλησίες καί μεταστρέφει πεπλανημένους ἀπό τήν βουλγαρική ἐξαρχική προπαγάνδα στό Πατριαρχεῖο. Ὀργανώνει, πρῶτος, καί χρηματοδοτεῖ τά ἀνταρτικά σώματα τοῦ Βαγγέλη Στρεμπενιώτη καί τοῦ καπετάν Κώτα, οἱ ὁποῖοι ἦσαν σλαβόφωνοι Μακεδόνες καί πρός στιγμήν εἶχαν παρασυρθεῖ ἀπό τούς βουλγάρους, ἀλλά ὁ Γερμανός κατάφερε νά τούς μεταστρέψει. Δημιουργεῖ, ἐπίσης, δίκτυο πληροφοριοδοτῶν γιά τήν δράση τῶν κομιτατζήδων. Συνεργάζεται μέ τόν μεγάλο καί ἀδικοχαμένο πατριώτη Ἴωνα Δραγούμη καί τόν σύζυγο τῆς ἀδελφῆς τοῦ Ἴωνα, τόν θρῦλο τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγῶνα, τόν Παῦλο Μελά, τόν ὁποῖο, μάλιστα, μετά τήν προδοτική δολοφονία του τήν 13η Ὀκτωβρίου 1904 στήν Στάτιστα (σήμερα Μελᾶς), ἔθαψε γιά δεύτερη φορά, ἀκέφαλο, μέ τά ἴδιά του τά χέρια, τήν 24η Ὀκτωβρίου 1904, θρηνώντας καί ἀψηφώντας τούς κομιτατζῆδες καί τούς τούρκους. Ὀργανώνει, ἐπίσης, χρηματικούς ἐράνους γιά τρόφιμα, ἐφόδια σέ ἀγωνιστές, πρόνοια γιά τίς χῆρες καί τά ὀρφανά ἀπό τίς σφαγές τῶν κομιτατζήδων κ.ἄ. Δυστυχῶς, λόγῳ τῆς δυναμικῆς ἐθνικῆς του δράσεως, κατόπιν πιέσεων τῶν Τούρκων, τῶν Ρώσων καί τῶν Ἄγγλων, μετετέθη στήν Ἀμάσεια τοῦ Πόντου, ὅπου στάθηκε δίπλα στά δεινά τοῦ ποντιακοῦ ἑλληνισμοῦ. Λόγῳ καί τῆς ἐκεῖ ἐθνικῆς του δράσεως ἀργότερα μετατίθεται στήν Βιέννη. Ὁ Γερμανός Καραβαγγέλης ἦταν φλογερός πατριώτης καί ἐπάλεψε μέ ὅλες τίς δυνάμεις του, σάν ἀληθινός Ἱεράρχης, γιά τήν ἑλληνικότητα καί τήν ἀπελευθέρωση τῆς Μακεδονίας.
Ἕνας ἄλλος μεγάλος Ἱεράρχης καί ἀγωνιστής, πού ἐβάδισε στά χνάρια τοῦ Γερμανοῦ Καραβαγγέλη, ἦταν ὁ Δράμας Χρυσόστομος Καλαφάτης. Ἀποτέλεσμα τῆς δυναμικῆς ἐθνικῆς του δράσεως ἦταν νά ἀνακληθῆ στήν Κωνσταντινούπολη ὑπό τήν πίεση τῆς Ὑψηλῆς Πύλης καί ἀργότερα νά μετατεθῆ στήν Σμύρνη, ὅπου κατά τήν τραγική Μικρασιατική καταστροφή κατακρεουργήθηκε τήν 9η Σεπτεμβρίου 1922 ἀπό τούς τσέτες, πού κυριολεκτικά τόν ἔλιωσαν, τόν ἔσερναν ζωντανό στούς δρόμους, στά στενά καί στά καλντερίμια τῆς Σμύρνης, τοῦ ἔβγαλαν τά μάτια, τοῦ ἔκοψαν τά χέρια καί ἐξερίζωσαν τά μαλλιά καί τά γένιά του, ἐνῷ ἐκεῖνος τούς εὐλογοῦσε ὅσο εἶχε ἀκόμη τό δεξί του χέρι, μέχρι νά τοῦ τό κόψουν. Θά ἀναφέρω δύο χαρακτηριστικά ἀπό κείμενά του. Γράφει ὁ ἅγιος ἐθνοϊερομάρτυρας Χρυσόστομος Σμύρνης στόν Ἕλληνα πρεσβευτή στήν Κωνσταντινούπολη, λίγο πρίν τήν ἀναγκαστική μετάθεσή του ἀπό τήν Δράμα: “Ζητῶ Σταυρόν, μεγάλον Σταυρόν, ἐπί τοῦ Ὁποίου θά δοκιμάσω εὐχαρίστησιν, καθηλούμενος καί μή ἔχων τι ἕτερον νά δώσω πρός σωτηρίαν τῆς ἡμετέρας λατρευτῆς πατρίδος, εἰ μή τό Αἷμά μου. Οὕτως ἐννοῶ τό ἐπ᾿ ἐμοί τήν Ζωήν καί τήν Ἀρχιερωσύνην”. Ἔγραφε καί γιά τόν θάνατο τοῦ Κορυτσᾶς Φωτίου “Ἔκλαυσα, ἔκλαυσα ὡς παιδίον μικρόν διά τόν οἰκτρόν θάνατον τοῦ ἀδελφοῦ Φωτίου. Αἰωνία ἡ μνήμη του. Τίς οἶδε καί ὁποίους ἄλλους ἀδελφούς καί ἴσως-ἴσως καί τόν γράφοντα αὐτόν ἀναμένει ἡ αὐτή τύχη”. Καί ὄντως, μετά ἀπό 16 χρόνια οἱ λόγοι του αὐτοί ἀπεδείχθησαν προφητικοί καί βρῆκαν τήν ἐπαλήθευσή τους στόν τραγικό θυσιαστικό θάνατό του.
Τήν ἴδια ἀκριβῶς πορεία μέ τόν ἅγιο Χρυσόστομο Σμύρνης εἶχε καί ὁ Δυραχίου Προκόπιος. Καί αὐτός, λόγῳ τῆς μεγάλης ἐθνικῆς του δράσεως μετετέθη, κατόπιν πιέσεων τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, στό Ἰκόνιο, ὅπου θανατώθηκε οἰκτρά ἀπό τούς Τούρκους τό 1922.
Χαρακτηριστική ἦταν ἡ περίπτωσις τοῦ Βοδενῶν (Ἐδέσσης) Νικοδήμου, ὁ ὁποῖος, διακινδυνεύοντας ἄμεσα τήν ζωή του, μετέφερε ὅπλα κάτω ἀπό τή μύτη τῶν Τούρκων. Γράφει ὁ Μαζαράκης γι᾿ αὐτόν, ὅτι ἦταν “ὡραῖος τριακοντούτης, τύπος μελαψός, φυσιογνωμία ἀγαλματώδης”. Καί περιγράφει τήν ἄφιξή του στά Βοδενά ὡς ἑξῆς: “Ὁ διάκος τοῦ Δεσπότη βαστοῦσε κάτι μεγάλες λαμπάδες, πού ἦταν τυλιγμένες λίαν ἐπιδεικτικῶς μέ ρόδινο χαρτί. Οἱ λαμπάδες, ὅμως, ἦσαν ὅπλα μάλιγχερ πού μετέφερε ὁ Δεσπότης. Καί ἐνῷ ηὐλόγει τό πλῆθος... καί οἱ Τοῦρκοι ἀστυνομικοί τόν συνώδευαν εἰς ἔνδειξιν τιμῆς, τά ὅπλα πού θά μᾶς ἠλευθέρουν μίαν ἡμέραν ἀπ᾿ αὐτούς μετεφέροντο τόσον πανηγυρικῶς. Κανείς δέν ἠδύνατο νά ὑποπτευθῇ τοιαύτην τόλμην”.
Ἄλλος σημαντικός Ἀρχιερεύς ἦταν ὁ διακεκριμένος γιά τά πολλά πνευματικά καί ἠθικά του προσόντα, τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του, τήν εὐγένεια, τήν μόρφωση, τήν ὀξυδέρκεια καί τήν σύνεση, Μητροπολίτης Μελενίκου Εἰρηναῖος, ὁ ὁποῖος ἀπελάμβανε τήν ἐκτίμηση τούρκων καί Ἑλλήνων. Ἀντελήφθη γρήγορα τήν σοβαρότητα τῆς διαμάχης βουλγάρων καί Ἑλλήνων γιά τήν τύχη τῆς Μακεδονίας καί μεταξύ ἄλλων ἐφρόντισε, διά τοῦ τότε Προξένου καί μετέπειτα ὑπουργοῦ ἐξωτερικῶν Παν. Ἀργυροπούλου, νά διορισθοῦν στά σχολεῖα τῆς Μητροπόλεώς του Ἕλληνες ἀξιωματικοί ὡς δάσκαλοι. Αὐτοί ἔδιναν θάρρος στούς Ἕλληνες γιά νά ἀντιμετωπίζουν τίς βιαιότητες καί τίς δολοφονίες τῶν βουλγαροκομιτατζήδων καί νά μήν ἀπελπίζωνται.
Ὁ Σερρῶν Γρηγόριος Ζερβουδάκης ὑπέστη τήν μήνι τοῦ γενικοῦ διοικητοῦ Θεσσαλονίκης Χιλμή πασά, ἐπειδή παρακινοῦσε τούς Ὀρθοδόξους κατά τίς περιοδεῖές του νά ἀμύνωνται κατά τῶν βουλγάρων. Ὁ Γρηγόριος, ὅμως, τοῦ ἀπήντησε μέ θάρρος, ὅτι ἐκεῖνος ἔπρεπε νά μαζέψη τούς Γάλλους ἀξιωματικούς, πού ἐμεροληπτοῦσαν ὑπέρ τῶν βουλγάρων. Ὅταν ἀπηγχόνισαν οἱ τοῦρκοι τούς ἀγωνιστές Παναγιώτου καί Οὔρδα, ὁ Γρηγόριος ἔδωκε ἐντολή νά κλείσουν οἱ Ἕλληνες τά καταστήματά τους καί οἱ Ἑλληνίδες μαυροφορεμένες νά κάμουν συλλαλητήριο σέ ἔνδειξη διαμαρτυρίας. Γιά νά τόν ἐνοχοποιήσουν οἱ τοῦρκοι, ὡς ὑποκινητή δῆθεν ἐπαναστάσεως στίς Σέρρες, συνέλαβαν τόν ἱερέα Παπαζαχαρία καί τόν ἐξανάγκασαν μέ ξυλοδαρμούς νά ὑπογράψη δήλωση, ὅτι διοργανωτής τοῦ συλλαλητηρίου ὑπῆρξε ὁ Γρηγόριος. Ἔτσι τοῦ ἀπηγόρευσαν τήν ἔξοδο στά χωριά τῆς ἐπαρχίας του. Μέ τήν διαβολή τῶν Γάλλων ἀντιπροσώπων, ὁ Χιλμή πασάς τόν κατήγγειλε στήν τουρκική κυβέρνηση τέσσερεις φορές καί τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, πιεζόμενο, τόν μετέθεσε στήν Χαλκηδόνα. Πρίν ἀναχωρήση ἄφησε ὅλες τίς οἰκονομίες του γιά νά ἀνεγερθῆ σχολεῖο στίς Σέρρες.
Ἀξίζει νά ἀναφέρουμε, ὅτι καί στούς βαλκανικούς πολέμους (1912-13), πού κατ᾿ οὐσίαν ἀποτελοῦν συνέχεια τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγῶνος, ἐδολοφονήθησαν ἀπό τούς βουλγάρους οἱ Μητροπολίτες Μελενίκου Κωνσταντῖνος Ἀσημιάδης, Ἐλευθερουπόλεως Γερμανός Σακελλαρίδης καί ὁ Γρεβενῶν Αἰμιλιανός Λαζαρίδης (1871-1911).
Ὁ Αἰμιλιανός ξεχώριζε ἤδη ἀπό φοιτητής γιά τήν φιλομάθειά του. Ἔγινε Πρωτοσύγκελλος στήν Μητρόπολη Θεσσαλονίκης καί τό 1906 Μητροπολίτης Πελαγονίας, δηλαδή Μοναστηρίου, ἤ ὅπως τό ὀνομάζουν οἱ σκοπιανοί σήμερα, Μπίτολα. Ὁ Αἰμιλιανός γιά τρία χρόνια, μέ θάρρος καί ἀποφασιστικότητα, στηρίζει τό ποίμνιό του. Μέ τήν ἐπανάσταση τῶν νεοτούρκων, στίς 10 Ἰουλίου τοῦ 1908, ὁ ἑλληνισμός τῆς Μακεδονίας βρέθηκε ἀντιμέτωπος μέ δύο ἀντιπάλους, τήν ἀγριότητα τῶν νεοτούρκων καί τήν τρομοκρατία τῶν βουλγάρων. Καί τότε ὁ Αἰμιλιανός ἔγραψε: “εἶναι καιρός νά ἐγκαταλείψουμε τίς γραφίδες καί νά ἀρπάξουμε τά ὅπλα στό χέρι”. Γνωρίζοντας τό ἀγωνιστικό του φρόνημα ὁ Πατριάρχης Ἰωακείμ, ὅταν ἡ Μητρόπολις Γρεβενῶν ἔμεινε κενή, τόν μετέθεσε ἐκεῖ, στίς 16 Μαρτίου 1910. Οἱ κάτοικοι τῶν Γρεβενῶν, στό πρόσωπο τοῦ Ἱεράρχου τους βλέπουν τόν στοργικό πατέρα καί τόν γενναῖο ὑπερασπιστή τῶν δικαίων τους. Ὁ Αἰμιλιανός, γιά νά ἐνισχύση τό φρόνημα τῶν κατοίκων, ἀρχίζει ἐπισκέψεις στά χωριά τῆς ἐπαρχίας του, ἐμψυχώνει τούς Ἱερεῖς, λειτουργεῖ σέ Ναούς πού εἶχαν κλείσει, ἐνδυναμώνει τούς δασκάλους καί φροντίζει γιά τά ἐκκλησιαστικά καί ἐκπαιδευτικά ζητήματα. Παρά τίς ἀπειλές καί τά ἐμπόδια, ὁ ἀκούραστος καί θαρραλέος Ἱεράρχης συνεχίζει τίς περιοδεῖές του στήν ὕπαιθρο. Οἱ τουρκικές Ἀρχές τόν προειδοποιοῦν στίς 10 Ὀκτωβρίου 1910 νά σταματήση τίς περιοδεῖες στά χωριά. Αὐτός ἀπαντᾶ ἀγέρωχα: “μήπως εἶμαι μητροπολίτης μονάχα στά Γρεβενά; Τά χωριά μου θά μείνουν χωρίς τόν πατέρα τους;”. Καί τότε οἱ τοῦρκοι τόν συνέλαβαν καί τόν ὡδήγησαν μέ τό ζόρι στά Γρεβενά. Στήν ὕπαιθρο, ὅμως, ἡ κατάστασις ἐχειροτέρευε. Οἱ βούλγαροι ἔκλειναν ἤ ἅρπαζαν Ναούς, ἐνῷ συνελάμβαναν καί ἐβασάνιζαν Ἱερεῖς καί δασκάλους. Γι᾿ αὐτό ὁ ἡρωικός Ἱεράρχης ἀψηφᾶ τίς ἀπαγορεύσεις τῶν τούρκων, συνεχίζει τίς περιοδεῖές του καί ἐνθαρρύνει τούς κατοίκους. Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1911 ξεκινᾶ νέα περιοδεία. Οἱ τοῦρκοι τόν προειδοποιοῦν, ὅτι δέν μποροῦν νά ἐγγυηθοῦν γιά τήν ἀσφάλειά του. Ὁ Αἰμιλιανός, ὅμως, ξεκινᾶ γιά τό χωριό Σνίχοβο, ὅπου ἐλειτούργησε καί ἐμίλησε κατάλληλα. Ἀναχωρῶντας τήν 1η Ὀκτωβρίου 1911, ἔπεσε σέ ἐνέδρα. Οἱ βούλγαροι τόν κατακρεούργησαν μαζί μέ τούς συνοδούς του. Τά λείψανά τους, μέ ἔκδηλα τά σημάδια τῶν βασανιστηρίων, βρῆκε ἕνας βοσκός. Ὁ Αἰμιλιανός εἶχε τραύματα ἀπό σφαῖρες στό κεφάλι, στά χέρια καί στό στῆθος, κοψίματα ἀπό μαχαίρια, τά μαλλιά καί τά γένιά του ἦσαν ξεριζωμένα, τό δεξιό μάτι του ἦταν βγαλμένο καί εἶχε μώλωπες σέ ὅλο του τό σῶμα. Ὁ διάκονός του ἔφερε τραύματα ἀπό σφαῖρες καί τό κεφάλι του εἶχε ἀνοιχθῆ μέ τσεκούρι. Ἦσαν καί οἱ τρεῖς δεμένοι πισθάγκωνα. Ἡ εἴδηση τῆς στυγερῆς δολοφονίας τοῦ φλογεροῦ Ἱεράρχου συγκλόνισε τό Πατριαρχεῖο καί τούς Μακεδόνες. Τό ἔγκλημα ἦταν ἄγριο, ἐνδεικτικό τοῦ μίσους καί τῆς βαρβαρότητος τῶν καταπιεστῶν τοῦ μακεδονικοῦ λαοῦ, τούρκων καί κομιτατζήδων. Ὁ Μητροπολίτης Αἰμιλιανός ἀποτελεῖ σύμβολο ἱερό, παράδειγμα ἀγάπης καί θυσίας γιά τήν πατρίδα καί γιά τό ποίμνιό του.
Δίπλα στούς ἀξίους αὐτούς Ἱεράρχες ἐστάθησαν ἰσάξιοι, πλῆθος Ἱερέων πού ἐθυσιάσθησαν. Πολλοί ἀπό αὐτούς ἐδολοφονήθησαν μέ φρικτά βασανιστήρια, μέ τσεκούρια, μαχαίρια καί πριόνια. Τούς ἔκοβαν χέρια, πόδια, αὐτιά, γλῶσσα. Τούς ξερίζωναν τά γένια. Τούς ἀπεκεφάλιζαν. Ἄλλοι ἐξετελέσθησαν τήν ὥρα τῆς θείας Λειτουργίας, μέ τά ἄμφιά τους, μέσα στόν Ναό, διότι, ἄν καί σλαβόφωνοι, ἠρνήθησαν νά τελέσουν τήν θεία Λειτουργία στά βουλγαρικά καί νά προσχωρήσουν στήν βουλγαρική ἐξαρχία.
Τό 1902 ἐξετελέσθησαν δεκάδες Ἱερεῖς στά χωριά βόρεια τῆς Φλωρίνης. Σημαντική προσωπικότητα ὑπῆρξε ὁ σλαβόφωνος Ἱερεύς Σταῦρος Τσάμης, ἀπό τό Πισοδέρι τῆς Φλώρινας, μέ πλούσιο ἐθνικό ἔργο στήν περιοχή του. Ἦταν σημαντικός πληροφοριοδότης τῶν Ἑλλήνων Προξένων καί συνεργάτης τοῦ Παύλου Μελά, τόν ὁποῖο μάλιστα ἔθαψε κρυφά, μέχρις ὅτου οἱ τοῦρκοι εὑρῆκαν τόν τάφο του, τόν ξέθαψαν καί τόν πῆγαν στήν Καστοριά. Ὁ παπα-Σταῦρος στίς 15 Ἰουλίου 1906, ἐνῶ κατηυθύνετο πρός τήν Σιάτιστα, ἔπεσε σέ ἐνέδρα βουλγαρικῆς συμμορίας, ἡ ὁποία τόν ἐξετέλεσε.
Ἰδιαίτερα φρικῶδες ὑπῆρξε καί τό τέλος τοῦ παπα-Γιώργη Ζήκου ἀπό τό Λέχοβο Φλωρίνης, τόν ὁποῖο ὁ ἀρχικομιτατζῆς Πομόλωφ ἔθαψε ζωντανό, μαζί μέ τόν γιό του.
Μιά ἄλλη τραγική περίπτωσις εἶναι τοῦ παπα-Δημήτρη ἀπό τό Στρέμπενο τῆς Καστοριᾶς. Ἦταν στενός συνεργάτης τοῦ Μητροπολίτη Γερμανοῦ Καραβαγγέλη καί θεῖος τοῦ περίφημου Μακεδονομάχου Βαγγέλη Στρεμπενιώτη. Συνέβαλε δραστικά στό νά παραμείνουν τά χωριά τῆς Καστοριᾶς πατριαρχικά, ἀποτρέποντας ἔτσι τόν ἀφελληνισμό τους. Ἐδολοφονήθη τήν νύκτα τῆς 7ης πρός 8η Νοεμβρίου κοντά στό χωριό του.
Ἕνας ἀπό τούς Ἱερεῖς πού ἔγραψαν ἱστορία δίπλα σέ ἑκατοντάδες ἄλλους, ἐπωνύμους καί ἀνωνύμους, ἦταν ὁ παπα-Δράκος, κατά κόσμον Χρυσόστομος Χρυσομαλλίδης. Ἦταν σπουδαστής στήν Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης, ἀλλά ὅταν ἄρχισε ὁ ἀγῶνας ἐγκατέλειψε τίς σπουδές του καί βρέθηκε στίς ὀρεινές περιοχές τῆς Καστοριᾶς. Ἐνετάχθη στό σῶμα τοῦ Καπετάν Βάρδα (Γεωργίου Τσόντου) καί ἐπολέμησε σέ πολλές μάχες μέ τόση ἀνδρειότητα, ὥστε ἔγινε ὁ φόβος καί ὁ τρόμος τῶν κομιτατζήδων.
Ἐπίσης πολλοί Ἱερεῖς ἐξετελέσθησαν σέ χωριά τῶν Σερρῶν ἀπό τούς ἀρχικομιτατζῆδες Ἰβάν Καρασούλ, Σαντάνσκι καί Ντίνα Ἀραμπατζή.
Στίς 27 Ἰουλίου 1907 οἱ βούλγαροι ἔστησαν ἐνέδρα ἔξω ἀπό τήν Ὀρεινή Σερρῶν στόν Ἱερέα τοῦ χωριοῦ, ὁ ὁποῖος μόλις πρόλαβε νά πηδήξη μέσα σέ μιά χαράδρα μέ τρυπημένο τό ράσο του ἀπό σφαῖρες. Ἔτσι ἐσώθη ὡς ἐκ θαύματος.
Ὁ Ἱερεύς τοῦ χωριοῦ Γενή Μαχαλά (Πεπονιά), παπα-Στέφανος ἦταν ἀγαθός, ἐνάρετος καί πιστός στήν Ὀρθοδοξία. Κατεπιέζετο ἀπό τόν ἀρχικομιτατζῆ Ντίνα Ἀραμπατζῆ νά γίνη σχισματικός, ἀλλά ἐπίμονα ἠρνεῖτο. Τοῦ ἔστησαν ἐνέδρα, ἐνῷ πήγαινε νά λειτουργήσῃ στήν Ἁγία Ἑλένη καί τοῦ διέλυσαν τό κεφάλι μέ σφαῖρες.
Στήν Ἄνω Βροντοῦ οἱ βουλγαροκομιτατζῆδες ἐσκότωσαν τό 1898 τόν παπα-Ἀντώνη.
Στίς 6 Αὐγούστου 1898 ἔσφαξαν τόν παπα-Πέτρο Παπαβασιλείου.
Λίγο ἀργότερα, ἐκάλεσαν μέ τήν βία τόν Παπα-Ιωάννη Οὐζούνη στό σπίτι τοῦ βουλγάρου προεστοῦ, γιά νά ὑπογράψη, ὅτι προσχωρεῖ στήν Ἐξαρχία, ἀφοῦ προηγουμένως ἔκαψαν τό δάσος του καί τήν παραγωγή τῶν προϊόντων στά χωράφια του. Τούς ἀπήντησε μέ παρρησία: «Ὁ,τιδήποτε ἄλλο κακό καί ἄν μοῦ κάνετε ... ἀκόμη καί τό μονάκριβο παιδί μου ἄν μοῦ σκοτώσετε, ποτέ δέν θά βγῶ ἀπό τό σωστό δρόμο. Ἄν θέλετε νά μέ καταστρέψετε, ἐπειδή μένω στήν Ὀρθοδοξία, κάμετέ το». Ἔμειναν κατάπληκτοι ἀπό τήν γενναία ἀπάντησή του καί τόν ἄφησαν ἐλεύθερο.
Τήν ἐκκρεμότητα πού εἶχαν οἱ Κομιτατζῆδες μέ τόν Παπα-Γιάννη, τόν Ἱερέα τοῦ χωριοῦ Λάκκο, ἀπό τό 1903 τήν ὁλοκλήρωσαν τό 1905. Τόν συνέλαβαν πάλι καί τόν ἔσυραν μέ τήν βία στό Ναό τοῦ χωριοῦ, γιά νά λειτουργήση στά βουλγαρικά. Τήν στιγμή πού τόν ἔσερναν, ὅμως, ἔπαθε σοβαρό ἐγκεφαλικό ἐπεισόδιο καί πέθανε.
Τόν χειμώνα τοῦ 1903 ὁ Ἱερεύς τῆς Ἄνω Ὀρεινῆς, Παπα-Ἠλίας, πῆγε στό Λαϊλιά νά φέρη ξύλα γιά τό σπίτι του. Τοῦ ἔστησαν ἐνέδρα καί τόν ἐσκότωσαν.
Ὁ Ἱερεύς τῆς Ἀγριανῆς Παπα-Βαγγέλης Φιλιππίδης, ὅταν ἐπληροφορήθη ἐπικειμένη ἐπίθεση τῶν βουλγαροκομιτατζήδων στό χωριό του ἐζήτησε τήν προστασία τοῦ Καϊμακάμη τῆς Ζίχνης, ἀλλά δυστυχῶς ἐκεῖνος δέν ἀνταπεκρίθη. Οἱ κομιτατζῆδες προσπάθησαν νά τόν συλλάβουν τήν ὥρα τῆς ἐπιθέσεως στό χωριό, ἀλλά ὁ Παπα-Βαγγέλης διέφυγε ἀπό τόν κλοιό, πού τοῦ ἔστησαν. Γιά νά τόν ἐκδικηθούν, ἔκαψαν τό σπίτι του μαζί μέ τήν πρεσβυτέρα του Φωτεινή. Ἐπεδίωξαν νά τόν σκοτώσουν μέ κάθε τρόπο, ἀλλά τελικά δέν τό κατώρθωσαν.
Ὁ Ἱερεύς τῆς Δοβίστας (Ἐμμανουήλ Παπά), Παπα-Δημήτρης Οἰκονόμου, ὅταν ἐκινδύνευσε ἡ ὁμάδα τοῦ Καπετάνιου Πέγιου νά συλληφθῆ ἀπό τούς τούρκους, μετεμφίεσε τούς ἄνδρες του σέ χωρικούς, ἐνῷ τά ὅπλα τους τά ἔκρυψε στό κωδωνοστάσιο τοῦ Ναοῦ τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου. Μέ ἐνέργειές του διέφυγαν τήν φυλάκιση πολλοί ἀγωνιστές. Μετά ἀπό τήν μάχη τοῦ σώματος τοῦ καπετάν Μακούλη στήν Δοβίστα συνελήφθη ἀπό τούς τούρκους μαζί μέ τόν παπα-Δημήτρη Τζόμαλο καί ὡδηγήθησαν ἀλυσοδεμένοι στίς φυλακές τοῦ Γεντί-Κουλέ τῆς Θεσσαλονίκης. Ὁ παπα-Δημήτρης κατεδικάσθη σέ ἀπαγχονισμό καί μετεφέρθη στήν φυλακή τοῦ Λευκοῦ Πύργου. Μέ ἐπέμβαση, ὅμως, τοῦ Ἑλληνικοῦ Προξενείου Θεσσαλονίκης καί μέ γενναῖες δωροδοκίες ἀνεβλήθη ὁ ἀπαγχονισμός του καί τό 1909, μέ τό νέο Τουρκικό Σύνταγμα (Χουριέτ) τῶν Νεοτούρκων, ἀμνηστεύθη καί ἐπέστρεψε στό χωριό του.
Ὅταν σκοτώθηκε ὁ καπετάνιος Ἀθανάσιος Χατζηπανταζῆς ἐτάφη κρυφά στό προαύλιο τοῦ Ναοῦ τῶν ἁγίων Θεοδώρων. Γιά νά μή ἀνακαλυφθῆ ὁ τάφος του ἀπό τούς τούρκους καί δημιουργηθοῦν πολλά προβλήματα στόν λαό, ὁ Πρωτοσύγκελος τῶν Σερρῶν Λεόντιος, μιά νύχτα, μέ τό φαναράκι κάτω ἀπό τό ράσο, ἐφώτιζε στούς ἐπιτελεῖς τοῦ Συλλόγου “Ὀρφέα”, προκειμένου νά ξεθάψουν τήν σωρό τοῦ καπετάνιου, πού εἶχε ἀποσυντεθῆ καί εἶχε κακοσμία καί νά τήν ξαναθάψουν στήν αὐλή τοῦ Ἑλληνικοῦ Προξενείου.
Ὁ Παπα-Θανάσης τοῦ Ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας Σερρῶν, τήν παραμονή τῆς μάχης τῆς Εὐαγγελιστρίας, ἐφιλοξένησε στήν οἰκία του τήν ὁμάδα τοῦ καπετάν Μητρούση. Γι᾽ αὐτό κατά τήν ὥρα τῆς μάχης τοῦ ἔκαψαν τό σπίτι.
Ὁ συνυπηρετῶν στόν ἴδιο Ναό, Παπα-Στέργιος, ὥρκιζε τούς ὑποψηφίους Μακεδονομάχους κατ᾽ ἐντολή τοῦ προξένου Σαχτούρη.
Ὁ Παπα-Πασχάλης Τσιάγκας ἀπό τήν Σακάφσκα (Λειβαδοχώρι) Νιγρίτης Σερρῶν ἦταν θερμός πατριώτης καί ἐμπόδιζε τόν προσηλυτισμό τῶν συγχωριανῶν του. Οἱ βουλγαροκομιτατζῆδες προσπάθησαν στίς 15 Σεπτεμβρίου 1905 νά τόν δολοφονήσουν, ἀλλά αὐτός τούς διέφυγε καί εἰδοποίησε ἔγκαιρα τόν τουρκικό στρατό, ὁ ὁποῖος κατεδίωξε τήν συμμορία τῶν κομιτατζήδων καί τήν ἐξόντωσε. Οἱ βούλγαροι, ἐπειδή δέν κατώρθωσαν νά τόν δολοφονήσουν, ἔκλεψαν τά ζῶά του καί τοῦ κατέστρεψαν τά σπαρτά. Κατόπιν, ἐπετέθησαν στίς 4 Ὀκτωβρίου 1906 στήν οἰκογένειά του, τήν ὥρα τοῦ βραδινοῦ φαγητοῦ. Ἐτραυμάτισαν θανάσιμα τήν μητέρα του, ἐσκότωσαν τόν πατέρα του καί ἔβαλαν φωτιά στό σπίτι. Γιά νά σωθῆ ἡ ὑπόλοιπη οἰκογένεια προσπάθησε νά διαφύγη ἀπό τήν στέγη τοῦ σπιτιοῦ. Ἡ γυναῖκά του, ὅμως, κάηκε ζωντανή, ἄν καί ὁ Παπα-Πασχάλης προσπάθησε νά τήν βγάλη ἀπό τήν φωτιά, καί στήν προσπάθειά του αὐτή ἔπαθε σοβαρά ἐγκαύματα. Κατόπιν αὐτῶν παρητήθη ἀπό τήν ἱερωσύνη καί μέ τό ψευδώνυμο καπετάν Ἀνδροῦτσος ἐσχημάτισε ἀνταρτικό σῶμα μέ ἕξ ἄνδρες καί ἔδρασε στήν περιοχή τῆς Βισαλτίας. Ὅταν ἐπληροφορήθη, ὅτι μία συμμορία βουλγάρων εὑρίσκετο στήν Νικοσλάβη (Νικόκλεια Νιγρίτας), ἔσπευσε νά τήν καταδιώξη. Τό βράδυ ἔμεινε στό σπίτι τοῦ ἀγωνιστή ἐπίσης Ἱερέως Μητριτζίκη. Κάποιος τοῦρκος, ὅμως, ὑποκρινόμενος τόν φίλο, τόν πρόδωσε. Τό πρωί τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1907 τουρκικός στρατός ἐπολιόρκησε τό χωριό. Ὁ παπα-Πασχάλης ἐπεχείρησε ἡρωική ἔξοδο, ἀπό σπίτι σέ σπίτι, πρός τήν πλατεία τοῦ χωριοῦ, γιά νά διαφύγη ἀπό μία χαράδρα, ἀλλά κατέστη ἀδύνατο. Ἐμάχετο ἐπί 2,5 ὧρες. Κανείς δέν ἐτόλμησε νά τόν πλησιάση. Ὅταν, ὅμως, ἐτελείωσαν τά πυρομαχικά του, οἱ τοῦρκοι ὥρμησαν ὅλοι μαζί ἀλαλάζοντας, μέ τά μαχαίρια στά χέρια, γιά νά τόν σκοτώσουν. Ἦταν τόσο τό μένος τους, ὥστε καί νεκρό ἀκόμη τοῦ ἔβγαλαν τά μάτια, τοῦ ξερίζωσαν τά γένια καί ἔσερναν τήν σορό του σάν ψόφιου ζώου. Τελικά τόν πέταξαν ἄθαφτο σέ κάποιο λάκκο, γιά νά τόν φᾶνε τά σκυλιά.
Στήν περιοχή τοῦ βάλτου τῶν Γιαννιτσῶν, πολύτιμες ὑπηρεσίες στόν ἀγῶνα προσέφερε ὁ Ἱερεύς Δημήτριος Οἰκονόμου, γραμματέας στήν τοπική Ὀργάνωση Ἄμυνας τῶν Γιαννιτσῶν, ὁ ὁποῖος ἐδολοφονήθη τό 1905 ἀπό συμμορία κομιτατζήδων, κοντά στο χωριό Μπάπιανι (Λάκκα).
Λιγότερο γνωστή, ἀλλά ἐξίσου σημαντική, ὑπῆρξε ἡ προσφορά τῶν διασπάρτων Μοναστηριῶν τοῦ Μακεδονικοῦ χώρου. Οἱ Μονές ἀπετέλεσαν συχνότατα χώρους περιθάλψεως, ἀναπαύσεως καί διασώσεως τῶν ἀγωνιστῶν, ἐλειτούργησαν ὡς τόποι ἐξορμήσεως ἀνταρτικῶν σωμάτων καί ἔγιναν κρυσφήγετα καί ἀποθῆκες πολεμοφοδίων. Γι᾿ αὐτό Ἡγούμενοι καί Μοναχοί εὑρῆκαν τραγικό θάνατο. Ἰδιαίτερη ἀναφορά κάνουμε στόν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς τοῦ ἁγίου Νικολάου Καστοριᾶς Ἄνθιμο, ὁ ὁποῖος ἐξετελέσθη μέ φρικτό τρόπο ἀπό βουλγαρική συμμορία στίς 8 Μαρτίου 1905. Ὁμοίως ἐδολοφονήθη ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς ἁγίων Ἀναργύρων Καστοριᾶς Γαβριήλ, ἐπειδή ἠρνήθη νά λειτουργήση στήν βουλγαρική γλώσσα. Ἄλλη μιά ἡρωική μορφή, μέ ἐθνική δράση στήν περιοχή τοῦ Κρουσόβου, ἦταν ὁ μοναχός Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος συνελήφθη ἀπό κομιτατζῆδες καί ἐξετελέσθη στίς 18 Ὀκτωβρίου 1907, μαζί μέ τόν δάσκαλο Περικλῆ Ἀστεριάδη.
Ἀνάμεσα στά δεκάδες Μοναστήρια τῆς Μακεδονίας, πού ἐλειτούργησαν ὡς θεματοφύλακες τῶν ἑλληνικῶν παραδόσεων καί ἰδεῶν καί διεδραμάτισαν σημαίνοντα ρόλο κατά τήν περίοδο τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγῶνα, ἦσαν τά Μοναστήρια τοῦ ἁγίου Γεωργίου στήν Ροδόπολη Σερρῶν, τῶν ἁγίων Πάντων στό Βλάντοβο (Ἄγρα), τοῦ ἁγίου Νικολάου στό Τσιρίλοβο Καστοριᾶς, ὅπου κατέφυγε ὁ Παῦλος Μελᾶς, ὅταν περιεκυκλώθη ἀπό τούς κομιτατζῆδες, τῶν ἁγίων Ἀναργύρων στήν Χόλιστα (Μελισσότοπο) Καστοριᾶς καί τῶν Ταξιαρχῶν στήν Ξάνθη. Κομβικός καί πολύτιμος ὑπῆρξε ὁ ρόλος τοῦ Μετοχίου τῆς Μονῆς Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, στό Λιβάδι τοῦ Ὀλύμπου. Τό Μοναστήρι αὐτό ἐξελίχθη σέ κέντρο μεταφορᾶς καί προωθήσεως ὅπλων καί πυρομαχικῶν ἀπό τήν ἐλεύθερη Θεσσαλία στήν Μακεδονία.
Ἀπό τά λίγα στοιχεῖα πού ἀναφέραμε, προκύπτει ἀβίαστα, ὅτι οἱ ἀγῶνες καί οἱ μαρτυρικές θυσίες τῶν κληρικῶν τῆς Μακεδονίας διέσωσαν τόν Μακεδονικό Ἑλληνισμό. Πρῶτοι οἱ Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς καί Μοναχοί ξεκίνησαν τόν Μακεδονικό ἀγῶνα καί τόν διετήρησαν ἀβοήθητοι γιά 35 περίπου χρόνια. Ὅλοι ὅσοι ἐθυσιάσθησαν εἶναι ἐθνομάρτυρες ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς ἑλληνικότητος τῆς Μακεδονίας.

