Κατά τήν ἔναρξη τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ἡ Ἐκκλησία, μέ τό γνωστό καί ὡραιώτατο τροπάριο “Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται”, μᾶς ὑπενθυμίζει τήν γνωστή παραβολή τοῦ Κυρίου γιά τίς δέκα παρθένους, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ πέντε ἦσαν γνωστικές καί οἱ ἄλλες πέντε ἀνόητες. Καί μᾶς καλεῖ νά συγκαταλέξουμε τόν ἑαυτό μας μέ τίς φρόνιμες. Ἡ παραβολή αὐτή ἀναφέρεται στήν ὥρα τοῦ θανάτου κάθε ἀνθρώπου, στήν συνάντησή του μέ τόν Χριστό καί στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Διότι ὅλη ἡ Μ. Ἑβδομάδα καταλήγει στήν Ἀνάσταση, πού εἶναι προτύπωσις τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, μᾶς προσκαλεῖ νά προετοιμαζώμεθα συνεχῶς στήν παροῦσα ζωή γιά ἐκείνη τήν στιγμή. Γιά τήν στιγμή πού θά συναντηθοῦμε μέ τόν ἐρχόμενο “ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός” Νυμφίο Ἰησοῦ Χριστό. Τόν Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί κάθε ἀνθρωπίνης ψυχῆς. Τόν “ὡραῖο κάλλει” Νυμφίο, πού ἔρχεται νά τελέση τούς μυστικούς Του γάμους σέ ὥρα πού κανείς δέν γνωρίζει. Καί εἶναι φρόνιμος καί μακάριος ἐκεῖνος πού ξαγρυπνᾶ, ἐκεῖνος πού περιμένει, ἐκεῖνος πού ἀνυπομονεῖ νά ἑνωθῆ μέ τήν ἀγάπη τοῦ Νυμφίου. Εἶναι ἔξυπνος ἐκεῖνος πού ἐκμεταλλεύεται τόν παρόντα χρόνο κατάλληλα, ὥστε, ὅταν ὁ Νυμφίος θά κτυπήση τήν πόρτα τῆς καρδιᾶς του, νά τήν ἀνοίξη ἀμέσως καί νά γεμίση ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξη του ἀπό τόν γλυκασμό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.
Ὅταν ζοῦμε σέ τέτοια προσμονή, σέ τέτοια ἄγρυπνη πνευματική κατάσταση, ξεπερνοῦμε τήν ἀκηδία καί τήν ραθυμία. Ἡ ραθυμία εἶναι ἡ πνευματική ἀμέλεια, ἡ ἀδιαφορία γιά τό αἰώνιο μέλλον μας. Καί ὀφείλεται στήν ἐγωϊστική αὐτάρκεια τοῦ ἀνθρώπου, πού στουρθοκαμηλίζοντας, ξεχνᾶ ὅτι θά πεθάνη, καί νομίζει, ὅτι ἀπελευθερώνεται, ὅταν περιφρονήση τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά συμβαίνει τό ἐντελῶς ἀντίθετο. Ἀντί νά ἀπελευθερωθῆ, ὑποδουλώνεται στίς ἀπαιτήσεις τῶν παθῶν καί τῆς ἁ ίας, πού ναρκώνουν τόν ἄνθρωπο σάν θανατηφόρος ὕπνος. Ὁ πνευματικά κοιμισμένος ἀπό τούς περισπασμούς τῆς ἐπίγειας ζωῆς ἀπομακρύνεται μόνος Του ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Αὐτοκαταδικάζεται, σάν ἀνάξιος καί ἀνίκανος νά δεχθῆ τήν ἀγάπη πού τοῦ προσφέρει ὁ Χριστός, διότι ἐκουσίως ἀποκόπτεται ἀπό τήν ἀγάπη αὐτή.
Ὑπό τό πρῖσμα αὐτό κατανοοῦμε, ὅτι, ὅταν ὁ ἱερός ὑμνογράφος ὀνομάζει τόν Κύριο «Κριτή» τῶν ἀνθρώπων, δέν Τοῦ ἀποδίδει τήν ἔννοια ἑνός ἐπίγειου δικαστή, πού ἐπιβάλλει ἀναγκαστικά τόν νόμο. Διότι ὁ Κύριος δέν «ἦλθε στόν κόσμο γιά νά κατακρίνει τόν κόσμο, ἀλλά γιά νά τόν διασώσει» (Ἰω. ιβ’ 47-48). Ἡ «κριτική» δύναμη τοῦ Κυρίου εὑρίσκεται στήν προσφορά καί στήν ἀποδοχή τῆς ἀγάπης Του. Ὅποιος τήν ἀποδέχεται, ἀπολαμβάνει τήν χαρά καί τήν ἀγαλλίαση πού χαρίζει ἡ ἑνότητα μέ τόν Θεό· Ὅποιος τήν ἀπορρίπτει, καταδικάζει μόνος του τόν ἑαυτό του σέ ἀκοινωνησία ἀπό τόν Θεό· καταδικάζει τόν ἑαυτό του στήν ἀνυπόφορη κόλαση τῆς αὐτοαπομονώσεως καί τῆς ἀπολύτου μοναξιᾶς. Καί ὁ ἀναμάρτητος Κύριος, σάν κριτής, ἀποδέχεται τήν ἐπιλογή του, ἀποδέχεται τήν αὐτοτιμωρία τοῦ ἀνθρώπου, ἐπειδή δέν θέλει νά τόν ἐξαναγκάση νά ἀποδεχθῆ τήν ἀγάπη Του.
Ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός, ὅμως, μέ τά σωτήρια καί σεπτά Πάθη Του μᾶς ἀποκαλύπτει, μέσα ἀπό τήν ἑκούσια θυσία Του, τήν ἄπειρη ἀγάπη Του γιά ἐμᾶς. Καί μᾶς προσφέρει, ὅσο εὑρισκόμεθα στήν παροῦσα ζωή, διέξοδο διαφυγῆς ἀπό τήν αὐτοκαταδίκη. Ἀλλά γιά νά μπορέσουμε, νά ἀποδεχθοῦμε, καί νά κάνουμε δική μας αὐτήν τήν ἀγάπη, πρέπει νά τήν ἀντιπροσφέρουμε στήν πηγή της, δηλαδή στόν Θεό. Μόνον ἔτσι ἡ ἀγάπη λειτουργεῖ μέσα μας καί γεμίζει τήν ὕπαρξή μας. Ἄν ἀντιθέτως κατακρατήσουμε τήν ἀγάπη γιά ἐμᾶς, καί δέν τήν ἀντιπροσφέρουμε μέ εὐγνωμοσύνη καί εὐχαριστία στόν Θεό, φυλακίζουμε τόν ἑαυτό μας στήν βιολογική φύση του, καί τόν ὑποτάσσουμε στήν φθορά καί στόν θάνατο.
Ἀδελφοί μου,
Ἡ πρόσκληση τῆς Ἐκκλησίας νά εἴμεθα φρόνιμοι σημαίνει νά συνειδητοποιήσουμε, ὅτι ὁ Κύριος, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη γιά ἐμᾶς, ἀπεδέχθη θεληματικά νά ἀνακριθῆ καί νά μαστιγωθῆ ἀπό τόν Καϊάφα καί τόν Πιλᾶτο, ἀπεδέχθη νά χλευασθῆ, νά ὑβρισθῆ, νά ἐξευτελισθῆ καί νά σταυρωθῆ. Καί μᾶς περιμένει ὑπομονετικά νά Τοῦ ἀνταποδώσουμε αὐτήν τήν ἀγάπη, γιά νά ζήσουμε παντοτινά μέσα στήν εὐλογημένη χαρά τῆς ἀγαπητικῆς κοινωνίας μαζί Του.
Ἀμήν.

