Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2026 21:00

Ὁμιλία τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ.κ. Ἀντωνίου εἰς τόν Α΄ Κατανυκτικόν Ἑσπερινόν (22.2.2026)

Γράφτηκε από

ΙΗΣΟΥΣ

ΧΡΙΣΤΟΣ - ΜΕΣΣΙΑΣ


ΟΜΙΛΙΑ
ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ 

κ. κ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΕΙΣ ΤΟΝ  Α΄ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟΝ  ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ 2026

 

Στούς κατανυκτικούς Ἑσπερινούς μᾶς δίδεται ἡ εὐκαιρία,

Σεβαστοί Πατέρες καί

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

νά ἐμβαθύνουμε λίγο περισσότερο σέ ὡρισμένα θέματα τῆς πίστεώς μας, πού λόγῳ χρόνου δέν μποροῦμε νά ἀναπτύξουμε κατά τίς ὁμιλίες τῶν Κυριακῶν. Γι᾿αὐτό καί καλοῦμε διαφόρους ὁμιλητές κατά τήν περίοδο τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, γιά νά μᾶς βοηθήσουν νά ἀποκτήσουμε πληρεστέρα γνώση τῆς πίστεώς μας.

Ἕνα ἀπό τά θέματα αὐτά εἶναι καί τό ὄνομα “Χριστός”. Ἔχουμε συνηθίσει νά ὀνομάζουμε τόν Κύριό μας “Χριστό”. Ὅμως τό ὄνομά Του εἶναι Ἰησοῦς, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή πού ἔδωκε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ στόν ἅγ. Ἰωσήφ τόν Μνήστορα «Καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. α’, 21). Ἐμεῖς, ὅμως, τόν ὀνομάζουμε “Χριστό”, χωρίς νά γνωρίζουμε κατ᾿οὐσίαν τό γιατί. Σέ αὐτό, λοιπόν, τό ὄνομα θά ἤθελα νά ἀναφερθοῦμε ἀπόψε.

Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης στόν στιχ. 31 τοῦ 20ου κεφαλαίου τοῦ Εὐαγγελίου του γράφει· «ταῦτα δέ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, καί ἵνα πιστεύοντες ζωήν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ». Ὅλα ὅσα ἔγραψα στό Εὐαγγέλιό μου, λέγει, τά ἔγραψα γιά ἕνα σκοπό· γιά νά πιστέψετε, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, καί πιστεύοντας νά ἔχετε καί νά ζῆτε τήν ζωή τήν ἀληθινή στό ὄνομά Του. Δηλαδή, ὅλα ὅσα ἔγραψε ὁ ἅγιος εὐαγγελιστής, τά θαύματα, τήν διδασκαλία καί τίς ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου μετά τήν Ἀνάστασή Του, ὅλα γενικά ἀποβλέπουν στό νά πείσουν κάθε καλοπροαίρετο, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀπό τήν Ναζαρέτ εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος πού προανήγγειλαν οἱ προφῆτες στά χρόνια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης σάν Μεσσία, Σωτῆρα καί Λυτρωτή τοῦ κόσμου. Γι᾿αὐτό οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι «πᾶσάν τε ἡμέραν ἐν τῷ ἱερῷ καί κατ᾿οἶκον οὐκ ἐπαύοντο διδάσκοντες καί εὐαγγελιζόμενοι Ἰησοῦν τόν Χριστόν» (Πραξ. ε’, 42). Αὐτό διεπίστωσε ἐκ πείρας καί ὁ τότε Σαῦλος -καί κατόπιν ἀπόστολος Παῦλος- μετά τήν ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ ἐνώπιόν του ἔξω ἀπό τήν Δαμασκό καί «εὐθέως ἐν ταῖς συναγωγαῖς ἐκήρυσσε τόν Ἰησοῦν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ» (Πραξ. θ’, 20) «καί συνέχυνε τούς Ἰουδαίους τούς κατοικοῦντας ἐν Δαμασκῷ, συμβιβάζων ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός» (Πραξ. θ’, 22).

Ἡ λέξις “Χριστός” εἶναι ἑλληνική. Ἡ ἀντίστοιχη λέξις στήν ἑβραϊκή γλῶσσα εἶναι “Μεσσίας”. Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης παραθέτει στό Εὐαγγέλιό του καί τίς δύο συνώνυμες λέξεις, ἐπειδή τό εὐαγγέλιό του ἀπηυθύνετο καί σέ ἑβραίους χριστιανούς καί σέ ἑλληνόφωνους χριστιανούς. Γι᾿αὐτό γράφει, ὅτι, ὅταν ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας εὑρῆκε τόν ἀδελφό του Πέτρο τοῦ εἶπε χαρούμενος: «Εὑρήκαμε τόν Μεσσία, πού ἑρμηνεύεται (στά ἑλληνικά δηλαδή) Χριστός» (Ἰωάν. 1, 42). Ἐπίσης παραθέτει τόν λόγο τῆς Σαμαρείτιδος πρός τόν Κύριο: «Γνωρίζω, ὅτι ἔρχεται ὁ Μεσσίας, πού ἑρμηνεύεται (στά ἑλληνικά) Χριστός» (Ἰωάν. 4, 25).

Ἡ ἑλληνική λέξις Χριστός προέρχεται ἀπό τό ρῆμα χρίω, πού σημαίνει ἀλείφω, μυρώνω.

Χριστοί Κυρίου στήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦσαν οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ βασιλεῖς, οἱ ὁποῖοι καθιερώνονταν στό ἔργο καί στήν ἀποστολή τους ἀφοῦ προηγουμένως ἐχρίοντο μέ εἰδικό ἔλαιο, τό ἔλαιο τῆς εὐλογίας. Ἐγίνετο, δηλαδή, μία τελετή περίπου σάν τήν Χειροτονία τῶν Κληρικῶν σήμερα. Τόν πρῶτο ἀρχιερέα τοῦ Ἰσραήλ, τόν Ἀαρών, καί τούς ἱερεῖς γυιούς του, ἐχειροτόνησε, θά λέγαμε, ἔχρισε δηλαδή μέ ἁγιασμένο ἔλαιο ὁ Μωϋσῆς, στόν ὁποῖο εἶπε ὁ Θεός· «Μετά θά πάρεις τό ἔλαιο τοῦ χρίσματος, θά τό χύσεις στό κεφάλι του καί θά τόν χρίσεις» (Ἔξ. 29, 7). Ἔτσι αὐτοί ἔγιναν οἱ “πρῶτοι χριστοί”.

Ὁ τρόπος παρασκευῆς τοῦ ἁγίου ἐλαίου τοῦ χρίσματος ἦταν μυστικός. Ἐδόθη στόν Μωϋσῆ ἀπό τόν Θεό. Καί ἀπηγορεύετο μέ ποινή θανάτου ἡ χρίσις ἄλλων προσώπων μέ τό ἔλαιο αὐτό, ὅπως καί ἡ κατασκευή του ἀπό ἄλλα πρόσωπα, ἐκτός ἀπό ἐκεῖνα πού ἐλάμβαναν εἰδική ἐντολή ἀπό τόν Θεό γι᾿αὐτόν τόν σκοπό (Ἔξ. 30, 31-32). Τό ἔλαιο αὐτό ἦταν προεικόνιση τοῦ πολύ ἁγιωτέρου Χρίσματος, μέ τό ὁποῖο ἐχρίσθη ὁ Κύριος καί τοῦ ἁγίου Μύρου μέ τό ὁποῖο χριόμεθα ἐμεῖς, ὅταν, μετά τήν βάπτισή μας, τελεῖται σέ ἐμᾶς τό Μυστήριο τοῦ Χρίσματος.

“Χριστοί” Κυρίου, λοιπόν, κατά τήν περίοδο τῆς Π.Δ., ἦσαν οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ ἱερεῖς καί οἱ βασιλεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐχρίοντο μέ τό ἅγιο ἔλαιο τοῦ χρίσματος, τό ὁποῖο ἐλαμβάνετο κατ᾿ἀρχάς ἀπό τήν Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου καί ἀργότερα, ὅταν ἐκτίσθη ὁ Ναός τοῦ Σολομῶντος, ἀπό ἐκεῖ. Ἀναφέρεται, λ.χ., στό Γ’ βιβλίο τῶν Βασιλειῶν (1, 39) «Ὁ ἱερεύς Σαδώκ ἔλαβε τό κέρας τοῦ ἐλαίου ἀπό τήν Σκηνή καί ἔχρισε τόν Σολομῶντα. Μετά ἐσάλπισαν μέ τήν σάλπιγγα καί ὅλος ὁ λαός ἐφώναξε· Ζήτω ὁ βασιλεύς Σολομών!».

Χριστός, λοιπόν, ἦταν ἐκεῖνος πού ἐχρίσθη γιά κάποιο ἱερό σκοπό. Ὑπ᾿αὐτήν τήν ἔννοια καί ὁ Ἀρχηγός τῆς πίστεώς μας, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὠνομάσθη “Χριστός”. Ὁ Ἴδιος μᾶς τό εἶπε, ὅταν κάποτε ἐπεσκέφθη τήν Ναζαρέτ, ὅπου εἶχε περάσει τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ἐπιγείου ζωῆς Του. Ἐκεῖ ἐπῆγε στήν Συναγωγή. Καί τοῦ πρότειναν νά μιλήση. Ἀφοῦ ἀπεδέχθη, τοῦ ἔδοσαν τό βιβλίο τοῦ προφήτου Ἠσαΐου. Ἐκεῖνος τό ἄνοιξε καί εὑρέθη στό κεφάλαιο 61, πού ἔλεγε· «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ᾿ἐμέ, οὗ ἕνεκεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίζεσθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με». Καί τότε ὁ Κύριος, μπροστά στά ἔκπληκτα μάτια τῶν συγχωριανῶν Του, εἶπε: «Σήμερα ἡ προφητεία αὐτή ἔγινε πραγματικότητα» (Λουκ. 4, 17-21). Τούς εἶπε δηλαδή, ἐγώ, εἶμαι Αὐτός πού ἔχρισε ὁ Θεός, ὁ Μεσσίας πού περιμένετε. Καί αὐτοί, ἐπειδή κατάλαβαν τό νόημα τῶν λόγων Του, προσπάθησαν νά Τόν γκρεμίσουν ἀπό τό βουνό, διότι δέν μποροῦσαν νά ἀποδεχθοῦν, ὅτι ἕνας ταπεινός συγχωριανός τους θά ἦταν ὁ Μεσσίας. Ἐνῷ ἀντιθέτως ὁ ἀπόστολος Πέτρος κηρύσσει στόν ἑκατόνταρχο Κορνήλιο καί στούς φίλους του «Ἰησοῦν τόν ἀπό Ναζαρέτ, ὡς ἔχρισεν αὐτόν ὁ Θεός Πνεύματι Ἁγίῳ καί δυνάμει» (Πραξ. ι’, 38), ἀκριβῶς ὅπως εἶχε προφητεύσει ὁ Ἡσαΐας.

Ὅμως, ὑπάρχει μία πολύ σημαντική διαφορά μεταξύ τῶν ὑπολοίπων χριομένων καί τοῦ Κυρίου. Μέχρι τότε, ὅσοι ἐχρίοντο, ἐχρίοντο ἀπό κάποιον, πού διεκήρυσσε ρητά, ὅτι ὁ Θεός εἶναι Αὐτός πού τούς χρίει δι᾿αὐτοῦ. Ὁ Ἰησοῦς, ὅμως, ἐχρίσθη ἀπό τόν Θεό, χωρίς μεσολάβηση κάποιου προσώπου, πρᾶγμα πού καθιστᾶ μοναδική αὐτήν τήν χρίση, καί τόν Ἰησοῦ τόν κατ᾿ἐξοχήν “Χριστό” (κεχρισμένο) τοῦ Θεοῦ.

 

 

Πότε, ὅμως, καί πῶς ἔγινε ἡ χρίσις τοῦ Ἰησοῦ;

Ἡ χρίσις ἔγινε στήν σάρκα τοῦ Ἰησοῦ, ἀκριβῶς τήν στιγμή τῆς προσλήψεώς της, δηλαδή, ὅταν συνελήφθη ἐκ Πνεύματος Ἁγίου στήν κοιλία τῆς Ἀειπαρθένου Μητρός Του. Ὅπως γράφει ὁ μέγας δογματικός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅσ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε “Χριστός” ἀπό τήν στιγμή πού ἐσκήνωσε μέσα στήν κοιλία τῆς ἁγίας Ἀειπαρθένου καί ἔλαβε ἡ σάρκα Του τό χρῖσμα ἀπό τήν Θεότητα». Ἡ χρίσις, δηλαδή, ἔγινε στήν ἀνθρωπίνη φύση Του, ὅπως διευκρινίζει καί ὁ ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας. «Ἡ Θεότης χρίει τήν σάρκα Του, καί δέν ἁγιάζει ἁπλῶς μέ τήν ἐνέργεια, σάν τούς ἄλλους χριστούς, ἀλλά μέ τήν παρουσία ὅλου τοῦ χρίοντος, δηλαδή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», συμπληρώνει ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Συνεπῶς ὁ ἰδιαίτερος τρόπος τῆς χρίσεως τοῦ Ἰησοῦ, εἶναι, ὅτι ὅλη ἡ Θεότης, χωρίς μεσολάβηση ἄλλου προσώπου, κάνει τήν χρίση τοῦ Ἰησοῦ, ὄχι μέ ἔλαιο, ἀλλά μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, “τό ἔλαιον τῆς ἀγαλλιάσεως”. Στήν χρίση συμμετέχει καί ὁ Υἱός ὡς Θεός, πού μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα χρίει τό πρόσλημμα τῆς σαρκός, τό Σῶμά Του. Θεϊκά ἔχρισε καί σωματικά ἐχρίσθη ὁ σαρκωμένος Θεός Λόγος. Αὐτός πού χρίει καί αὐτό πού χρίεται ἀποτελοῦν ἕνα πρόσωπο καί μιά ὑπόσταση, τόν Θεάνθρωπο Χριστό. Γι᾿αὐτό, τό ὄνομα “Χριστός” ἐκφράζει καί τίς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ· εἶναι τό ὄνομα τῆς θεανθρωπότητός Του· δηλώνει τόν Θεάνθρωπο· τό μοναδικό πρόσωπο πού ἔχει δύο φύσεις, τήν θεία καί τήν ἀνθρωπίνη. Τό ὄνομα “Χριστός”, δηλαδή, εἶναι ὄνομα τῆς ὑποστάσεώς Του.

Ἐπίσης, «ἡ ὀνομασία “Χριστός” εἶναι ὁμολογία ὅλης τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐπειδή δηλώνει καί τόν Θεό Πατέρα πού ἔχρισε, καί τόν Υἱό πού ἐχρίσθη, καί τό Χρῖσμα, τό Ἅγιο Πνεῦμα», λέγει ὁ ὅσ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός.

Κατά τήν σάρκωση, λοιπόν, ἔγινε ἡ χρίσις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἀπό τήν Θεότητα, ὥστε, ὅπως γράφει ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος,  «νά γίνη ἄνθρωπος αὐτός πού ἔχρισε καί Θεός αὐτός πού ἐχρίσθη», «χωρίς, ὅμως, ὅπως λέγει ὁ Δαμασκηνός Ἰωάννης, νά γίνη μεταβολή τῆς φύσεως. Ἡ χρίσις ἔγινε λόγῳ τῆς καθ᾿ὑπόστασιν ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων, τῆς θείας καί τῆς ἀνθρωπίνης, στό Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἐφ᾿ὅσον χάριν αὐτῆς τῆς ἑνώσεως, καί τῆς ἀλληλοπεριχωρήσεώς των στήν μία ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἡ ἀνθρωπίνη φύσις εἶναι ἀδιάσπαστα ἑνωμένη μέ τόν Θεό Λόγο».

Ἀπό τήν στιγμή τῆς συλλήψεως, λοιπόν, ἔγινε ἡ χρίσις τοῦ Ἰησοῦ. Καί ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή ὀνομάζεται ὁ Ἰησοῦς, “Χριστός”. Ἡ χρίσις δέν ἦταν μία ἁπλῆ τυπική πράξις. Ἦταν μέν ἀφανής, ἀλλά οὐσιαστική, διότι ὁ «Χριστός ἔλαβε κατά σάρκα ὅλη τήν ἄμετρη καί ἄπειρη δύναμη καί ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος», θεολογεῖ ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Στήν θεοϋπόστατη ἐκείνη σάρκα τοῦ Χριστοῦ πλέον “κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς Θεότητος σωματικῶς”. Ἑπομένως, ἡ χρίσις τοῦ Μεσσία εἶναι μοναδική καί διαφέρει τελείως ἀπό τήν χρίση τῶν ἄλλων προσώπων, πού κατά καιρούς εἶχαν λάβει τό χρῖσμα. Γι᾿αὐτό καί ὁ ἅγ. Θεοφύλακτος Βουλγαρίας ἀποφαίνεται· «πολλοί ἔγιναν χριστοί, ἀλλά ὁ Χριστός τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἕνας καί μοναδικός».

Συνοψίζοντας, βλέπουμε, ὅτι ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς χρίσεως τοῦ Ἰησοῦ ἔγκειται στά ἑξῆς:

  1. Ὁ Χριστός δέν ἐχρίσθη μέ ἔλαιο κατασκευασμένο, ὅπως τό ἔλαιο μέ τό ὁποῖο ἐχρίοντο οἱ βασιλεῖς καί οἱ ἀρχιερεῖς, ἀλλά μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. «Χρίεται μέ τό συναΐδιο καί ὁμοφυές Πνεῦμα, διότι αὐτό εἶναι τό ἔλαιο τῆς ἀγαλλιάσεως. Γι᾿αὐτό ὁ ἴδιος εἶναι καί Θεός, καί τό θεῖο χρῖσμα, καί ὁ χριόμενος. Διότι, καί ἄν ἀκόμη χρίεται σάν ἄνθρωπος, ἀλλά ὡς Θεός ἔχει μέσα Του τήν πηγή τοῦ χρίσματος», δηλαδή τήν Θεότητα, λέγει πάλι ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.
  2. Ἐχρίσθη χωρίς μεσολάβηση ἄλλου προσώπου. Ὁ ἴδιος μέ τήν Θεότητά Του, τήν θεία φύση Του, πού εἶναι κοινή μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἔχρισε τήν ἀνθρωπίνη φύση πού προσέλαβε.
  3. Ἡ χρίσις ἦταν μυστική, καί ἔγινε τήν στιγμή τῆς ὑπερφυοῦς συλλήψεώς Του. Δέν ἦταν φανερή ὅπως τῶν ἄλλων.
  4. Ὅλοι οἱ πρό Αὐτοῦ χριστοί ἔλαβαν τό χρῖσμα προσωρινά, γιά νά φέρουν εἰς πέρας μία συγκεκριμένη ἀποστολή, θρησκευτική ἤ πολιτική. Τό χρῖσμά τους ἔχανε τήν ἰσχύ του μέ τόν θάνατό τους. Τό χρίσμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅμως, παραμένει διαρκῶς, διότι διαρκής εἶναι καί ὁ σκοπός Του, ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου.
  5. Ὁ Μεσσίας μέ τό χρῖσμα παίρνει καί τά τρία ἀξιώματα μαζί, τοῦ Προφήτου, τοῦ Ἀρχιερέως καί τοῦ Βασιλέως, τά ὁποῖα ἦσαν ἀπαραίτητα γιά νά φέρη εἰς πέρας τό σωτήριο ἔργο Του. Αὐτά τά ἀξιώματα καί μετά τόν θάνατό Του παραμένουν ἐσαεί ἐνωμένα καί ἀναπόσπαστα στό πρόσωπό Του. Ὄχι μόνον δέν παύουν νά ὑπάρχουν, ἀλλά εἶναι ἰσχυρώτερα καί δραστικότερα.
  6. Ἡ χρίσις, ὅπως καί τό χρισθέν πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου, εἶναι ἀπολύτως μοναδικά, διότι, καθώς λέγει ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «ὁ Χριστός οὐκ ἔχει κατηγορούμενον εἶδος χριστότητος», δηλαδή δέν ὑπῆρξε ἄλλη μορφή χριστοῦ, πού νά Τοῦ ὁμοιάζη.

 

 

Ἀφοῦ, λοιπόν, ἐθέσαμε τό θεολογικό πλαίσιο τοῦ ὅρου “Χριστός-Μεσσίας”, ἄς ἰδοῦμε καί τό περιβάλλον μέσα στό ὁποῖο ἔζησε ὁ Κύριος καί τούς τρόπους μέ τούς ὁποίους προέβαλε τήν μεσσιανικότητά Του καί τό νόημά της.

Ὁ Ἰουδαϊκός λαός μαζί μέ τούς θρησκευτικούς του ὁδηγούς κατά τήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ εἶχαν ἔντονη τήν προσδοκία τοῦ Μεσσία, λόγῳ τοῦ Ρωμαϊκοῦ ζυγοῦ. Στηριζόμενοι σέ ἀνώνυμα, κυρίως, βιβλιαράκια, πού ποτέ ὅμως δέν ἀπετέλεσαν τμῆμα τῆς Π. Διαθήκης, ἀνέμεναν ἕνα Μεσσία ὑπεράνθρωπο, ἀνίκητο, μεγαλοπρεπῆ, πού θά ἐπανίδρυε τήν βασιλεία τοῦ Δαυΐδ. Ὁ «πάσχων Δοῦλος», πού περιέγραψε ὁ προφήτης Ἡσαΐας σάν Μεσσία, δέν ἀνταπεκρίνετο στίς προσδοκίες τους, δέν ἦταν γι᾿αὐτούς ὁ Μεσσίας πού ἀνέμεναν. Δέν ἦταν δυνατόν νά δεχθοῦν ἕνα ἀδύναμο Μεσσία πού πάσχει καί σταυρώνεται. Ὁ Σταυρός ἦταν γι᾿αὐτούς πέτρα σκανδάλου, διότι συνέτριβε τίς μεσσιανικές προσδοκίες τους.

Ὁ Ἰησοῦς, ὅμως, δέν ἤθελε νά ἐπιβάλη στά πλήθη τῶν ἀκροατῶν Του, νά ἀποδεχθοῦν, ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός. Γι᾿αὐτό, δημοσίως ἀπέφευγε νά ὀνομάζη ρητά τόν ἑαυτό Του “Μεσσία”, γιά νά μή προκαλέση ἐξέγερση τοῦ λαοῦ κατά τῶν Ρωμαίων. Προσπαθοῦσε νά τούς βοηθήση νά κατανοήσουν τήν μεσσιανικότητά Του μέ τά θαύματα καί μέ τήν διδασκαλία Του, μέσα ἀπό τά ὁποῖα φαινόταν ἡ αὐθεντία Του.

Παρά ταῦτα, ὅμως, ἀποκαλοῦσε τόν ἑαυτό Του “Υἱό τοῦ ἀνθρώπου”. Αὐτή ἦταν ἡ χαρακτηριστική φράση, μέ τήν ὁποία χαρακτήριζε τόν ἑαυτό Του. Μία φράση πού ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ἀδιάφορη. Ἐν τούτοις ἔχει ἕνα βαθύτατο περιεχόμενο, διότι ὅλοι εἴμεθα υἱοί ἀνθρώπων, τῶν γονέων μας δηλαδή. Ὁ Ἰησοῦς, ὅμως, ἔλεγε, ὅτι ἦταν υἱός ἑνός ἀνθρώπου καί ὄχι δύο.

Αὐτό ἐννοοῦσε μέ τήν φράση “υἱός ἀνθρώπου”. Καί αὐτό ἦταν ἀληθές, ἐφ᾿ὅσον μόνον Αὐτός προήρχετο ἀπό ἕνα καί μόνον ἄνθρωπο, τήν Ἀειπάρθενο Θεοτόκο. Μέ τήν φράση, λοιπόν, αὐτή ἐμμέσως προέβαλε, τήν μεσσιανική Του ἰδιότητα, ἔστω καί ἄν οἱ πολλοί δέν μποροῦσαν νά ἐμβαθύνουν στό νόημά της καί νά τήν κατανοήσουν.

Ἀλλά, ἄν καί δέν ὠνόμαζε δημόσια τόν ἑαυτό Του “Μεσσία”, ἐν τούτοις, ἐζητοῦσε πίστη στό πρόσωπό Του. Καί, ὁσάκις τόν ὠνόμαζαν “Μεσσία”, ἐδέχετο σιωπηλά αὐτήν τήν ὁμολογία, ὅπως τῆς Μάρθας, τῆς ἀδελφῆς τοῦ Λαζάρου, ὅταν τήν ἐρώτησε, ἄν πιστεύη, ὅτι μπορεῖ νά ἀναστήση τόν ἀδελφό της καί ἐκείνη ἀπήντησε: «Ναί, Κύριε, ἐγώ πεπίστευκα, ὅτι σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ εἰς τόν κόσμον ἐρχόμενος» (Ἰω. ια’, 27)

Ἀλλά, παρά τήν ἀποφυγή τῆς δημοσίας προβολῆς τῆς μεσσιανικῆς ἰδιότητος καί ἀποστολῆς Του ὁ Ἰησοῦς ἐδήλωνε, ὅτι Αὐτός εἶναι «μείζων τοῦ ἱεροῦ», δηλαδή σημαντικότερος ἀπό τόν Ναό. Ἐπίσης ἐμακάρισε τούς Μαθητές Του γι᾿αὐτά πού βλέπουν καί ἀκοῦν κοντά Του, τά ὁποῖα ἐπεθύμησαν Προφῆτες καί Βασιλεῖς νά ἰδοῦν καί νά ἀκούσουν, ἀλλά δέν ἀξιώθηκαν (Λουκ. ι’, 23-24 & Ματθ. ιγ’, 16-17). Καί διεκήρυξε δημόσια· «ἐγώ καί ὁ Πατέρας εἴμεθα ἕνα» (Ἰω. ι’, 30), πράγμα πού οἱ Ἐβραῖοι ἐθεώρησαν βλασφημία καί παρ᾿ὀλίγον νά Τόν λιθοβολήσουν (Ἰω. ε’, 18).

Πιό ξεκάθαρα, βέβαια, ὡμιλοῦσε στούς Μαθητές Του. Θέλοντας νά ἐξακριβώση τήν γνώμη τους γι᾿Αὐτόν, τούς ἔθεσε τήν ἐρώτηση: «Ἐσεῖς, ποιός λέγετε ὅτι εἶμαι;». Ὁ Πέτρος, ἐκ μέρους τῶν δώδεκα, ἀπήντησε· «Σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. ις’, 16). Ὁ Κύριος ἐμακάρισε τόν Πέτρο γι᾿αὐτήν τήν ὁμολογία του καί τοῦ εἶπε, ὅτι δέν προήρχετο ἀπό ἐκεῖνον, ἀλλά ἦταν ἀποκάλυψη ἀπό τόν Θεό. Καί τούς παρήγγειλε νά μή φανερώσουν σέ κανένα τό μεσσιανικό Του μυστικό. Καί τότε τούς ἀπεκάλυψε τό νόημα τῆς Μεσσιανικῆς Του ἰδιότητος. Τήν συνέδεσε μέ τό Πάθος καί τήν Ἀνάστασή Του (Ματθ. ις’, 13-23 & Λουκ. θ’, 18-22), δηλαδή μέ τό σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου. Τό Πάθος, ὅμως, δέν ταίριαζε μέ τίς μεσσιανικές προσδοκίες τῶν μαθητῶν, ὅπως καί ὅλου τοῦ ἐβραϊκοῦ λαοῦ. Γι᾿αὐτό ὁ Πέτρος προσπάθησε νά Τόν ἀποτρέψη ἀπό αὐτό. Καί τότε ὁ Κύριος, ἄν καί πρό ὀλίγου τόν εἶχε ἐπαινέσει, τόν ἐπετίμησε αὐστηρά καί τόν ὠνόμασε σατανᾶ, διότι δέν μποροῦσε νά κατανοήση τήν ἄμεση σχέση τῆς μεσσιανικότητος μέ τό Πάθος Του.

Ἄλλοτε πάλι, εἶπε στούς Μαθητές Του: «Ὅποιος σᾶς προσφέρει ἕνα ποτήρι νερό στό ὄνομά Μου, ἐπειδή εἶσθε τοῦ Χριστοῦ, ἀληθινά σᾶς λέγω, ὅτι δέν θά χάση τόν μισθό του» (Μαρκ. θ’, 41). Ἀλλά καί στήν Ἀρχιερατική Του προσευχή ὀνομάζει τόν ἑαυτό Του Χριστό· «Αὐτή εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, τό νά γνωρίζουν ἐσένα τόν μόνο ἀληθινό Θεό καί τόν Ἰησοῦ Χριστό, τόν ὁποῖο ἀπέστειλες». (Ἰω. ιζ’, 3).

Πέραν αὐτῶν, τρεῖς εἶναι οἱ γνωστές περιπτώσεις πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀποκαλύπτει φανερά, ὅτι εἶναι ὁ Χριστός. Πρώτη στήν Σαμαρείτιδα, στήν ὁποία εἶπε· «Ἐγώ εἶμαι (ὁ Μεσσίας) πού σοῦ μιλῶ» (Ἰω. δ’, 26). Δεύτερη στόν θεραπευμένο τυφλό τῆς Ἱερουσαλήμ, στόν ὁποῖο ἀπεκάλυψε, ὅτι εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ἐδέχθη τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς του σέ Αὐτόν καί τήν προσκύνησή του (Ἰω. θ’, 35-38).

Καί τρίτη, κατά τήν παρωδία δίκης ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου, ὅπου ἐξηναγκάσθη μέ ὅρκο ἀπό τόν Ἀρχιερέα Καϊάφα νά ἀπαντήση στήν ἐρώτηση, ἄν εἶναι ὁ Χριστός ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ (Ματθ. κς’, 63 & Μαρκ. ιδ’, 61). Ἡ ἀπάντησή Του ἦταν ἀπόλυτη· «Ἐγώ εἰμί», ὅπως γράφει ὁ εὐαγγελιστής Μᾶρκος. Καί συνεχίζει· «Καί ὄψεσθε τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν καθήμενον τῆς δυνάμεως καί ἐρχόμενον ἐπί τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ» (Ματθ. κς’, 64 & Μαρκ. ιδ’, 62). Αὐτή ἡ ἀπάντησις, ὅμως, ἐθεωρήθη σάν τεράστια βλασφημία. Καί ὄντως ἦταν, ἄν προήρχετο ἀπό ὁποιοδήποτε ἄλλο πρόσωπο. Γι᾿αὐτό ὁ ἀρχιερεύς ἔσχισε τά ροῦχά του, εἰς ἔνδειξιν δῆθεν ἀγανακτήσεως. Καί αὐτή οὐσιαστικά ἡ ὁμολογία τοῦ Κυρίου προσέφερε στούς ἐχθρούς Του τό ἔρεισμα πού μανιωδῶς ἀναζητοῦσαν γιά νά στηρίξουν τήν προαποφασισμένη καταδίκη Του (Ματθ. κς’, 63-66 & Λουκ. κβ’, 66-71). Καί μέ αὐτήν τήν ὁμολογία σάν ὅπλο ἀπήτησαν ἀπό τόν Ἡγεμόνα Πόντιο Πιλᾶτο νά Τόν καταδικάση εἰς θάνατον, ὅταν ἐκεῖνος μή εὑρίσκοντας κάτι μεμπτό, προσπαθοῦσε νά ἀπαλάξη τόν Ἰησοῦ. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ κατηγορία τῶν Ἐβραίων, μέ τήν ὁποία ζητοῦσαν τήν θανάτωση τοῦ Ἰησοῦ καί διασώζει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης· «ἡμεῖς νόμον ἔχομεν, καί κατά τόν νόμον ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν, ὅτι ἑαυτόν Θεοῦ υἱόν ἐποίησε» (Ἰω. ιθ’, 8).

Παρά ταῦτα ὁ λαός, «ὁ μή γινώσκων τόν Νόμον», ὅπως ἰσχυρίζοντο οἱ κακόβουλοι ἄρχοντες, ἐπίστευσε στόν Χριστό. Καί γι᾿αὐτό Τόν ἀκολουθοῦσε καί Τόν ἄκουε. Ἀντιθέτως, οἱ διδάσκαλοι τοῦ Ἰσραήλ, οἱ Γραμματεῖς τῶν Φαρισαίων καί τῶν Σαδουκαίων, ἄν καί ἐμελετοῦσαν καί ἑρμήνευαν τόν Νόμο καί τούς Προφῆτες, ἐν τούτοις, ἐπειδή εἶχαν τόν ἐγωϊσμό νά νομίζουν ὅτι τά ξέρουν ὅλα, καί ἐπειδή δέν μποροῦσαν νά ἀποδεχθοῦν, ὅτι Αὐτός ὁ πτωχός καί τιποτένιος ἦταν δυνατόν νά εἶναι ὁ Μεσσίας, δέν ἀνεγνώρισαν τόν Χριστό στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ. Γι᾿αὐτό ἐρωτοῦσαν μέ ἀπορία· «Ἐάν ἐσύ εἶσαι ὁ Χριστός, πές τό μας καθαρά» (Ἰω. ι’, 24). Καί ὄχι μόνον δέν Τόν ἀνεγνώρισαν, ἀλλά καθ᾿ὅλη τήν ἐπίγεια δράση Του ἔβαζαν ἐμπόδια στό ἔργο Του. Τόν «ἐπείραζαν» μέ ἐρωτήσεις δοκιμαστικές, στίς ὁποῖες ὅμως ἔδινε ἀποστομοτικές ἀπαντήσεις. Θέλησαν νά Τόν συλλάβουν πρίν τήν ὥρα Του, ἀλλά ἀπέτυχαν. Τόν κατηγόρησαν, ἀλλά δέν ἔγιναν πιστευτοί. Τόν  ἐσυκοφάντησαν, ὅτι μέ τήν δύναμη τοῦ Βεελζεβούλ ἐκβάλλει τά δαιμόνια, ἀλλά ὁ λαός δέν ἐσταμάτησε νά τρέχη κοντά Του γιά νά Τόν ἀκούση καί νά θεραπευθῆ. Τόν ἐθεώρησαν παραβάτη τοῦ Νόμου, αὐτοί πού ἀθετοῦσαν καί ἀνέτρεπαν ὅλον τόν Νόμο καί τούς Προφῆτες, καί γι᾿αὐτό τούς κατεδίκασε μέ τά περίφημα «οὐαί». Καί τελικά, ὁ φθόνος τούς ἐσκότισε τόν νοῦ καί τήν καρδιά καί τούς ἔκανε θεοκτόνους. Δέν ἐγνώρισαν καί δέν ἐπίστευσαν στόν Χριστό. Διότι γιά νά ἀναγνωρίση κανείς τόν Χριστό χρειάζεται ἁπλότητα καρδίας, πού θά μπορῆ νά δεχθῆ τόν θεῖο φωτισμό. Αὐτοί, ὅμως, ἐπειδή ἦσαν σκοτισμένοι ἀπό τά πάθη, Τόν ὡδήγησαν στόν Σταυρικό Θάνατο. Καί δέν ἔχουν καμμία δικαιολογία γιά τήν ἀπιστία τους, διότι, ὅταν ἐζήτησαν ἀποδείξεις γιά τήν μεσσιανικότητά Του, ὁ Χριστός τούς εἶπε: «Σᾶς εἶπα (ὅτι εἶμαι ὁ Μεσσίας) καί δέν πιστεύετε· τά ἔργα, δηλαδή τά θαύματα, πού κάνω στό ὄνομα τοῦ Πατρός Μου, ἐκεῖνα μαρτυροῦν γιά Μένα», ὅτι δηλαδή εἶμαι ὁ Μεσσίας (Ἰω. ι’, 24-25).

Βέβαια, καί οἱ Μαθητές Του ἐκλονίσθησαν. Παρ᾿ὅτι ἐβεβαιώθησαν γιά τήν παντοδυναμία Του, βλέποντας τά θαύματά Του, ἐνθουσιάστηκαν ἀπό τήν διδασκαλία Του καί ἐθαμβώθησαν ἀπό τό ὑπέροχο παράδειγμά Του, ἐν τούτοις ἐξήφθησαν οἱ μεσσιανικές προσδοκίες τους γιά σύντομη ἀποκατάσταση τῆς ἐπίγειας Βασιλείας στόν Ἰσραήλ. Γι᾿ αὐτό, ὅταν ξαφνικά Τόν εἶδαν ἀβοήθητο, αἱμόφυρτο, μυκτηριζόμενο, ἐμπτυόμενο καί χλευαζόμενο ἀπό τόν ὄχλο, τότε ὅλες οἱ ἐλπίδες, οἱ προσδοκίες, ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη τους πρός τόν πάσχοντα Θεάνθρωπο ἐδοκιμάσθησαν. Ὁ σταυρικός Του θάνατος τούς ἔβαλε στό τρομερό δίλημμα, μήπως ἦταν ψευδομεσσίας καί αὐτοί ἀπατημένοι. Ὅταν, ὅμως, Τόν εἶδαν Ἀναστημένο συνῆλθαν ἀπό τήν δοκιμασία, καί ἐβεβαιώθησαν περίτρανα, ὅτι ὁ σταυρωθείς καί ἀναστάς Ἰησοῦς εἶναι ὁ ἀληθινός Μεσσίας. Καί, ἀφοῦ ἔλαβαν τήν ἐνίσχυση τοῦ Παρακλήτου Ἁγίου Πνεύματος, ἀνεδείχθησαν ἀτρόμητοι καί διαπρύσιοι κήρυκες τῆς μεσσιανικότητός Του.

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Στό διάβα τῶν αἰώνων κανείς λογικός καί ἀντικειμενικός ἄνθρωπος δέν βρέθηκε νά ἀπορρίψη μέ ἀποδείξεις καί νά ἀρνηθῆ τήν ἱστορική ὕπαρξη τοῦ Ἰησοῦ. Πολλοί, ὅμως, ἀπέρριψαν καί ἀρνήθηκαν τήν Θεότητά Του. Ἀρνήθηκαν, ὅτι εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός καί Κύριος. Γι᾿αὐτό ἐμεῖς δέν τόν ὀνομάζουμε ἁπλᾶ Ἰησοῦ, διότι τότε μένουμε στήν ἀνθρωπίνη φύση Του. Ἐμεῖς Τόν ἀποκαλοῦμε “Χριστό”, ἀναγνωρίζοντας τήν θεανθρωπίνη ὑπόστασή Του, ἀναγνωρίζοντας ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Σωτήρας, ὁ Λυτρωτής καί ὁ Κύριός μας. Ἀλλά γιά νά Τόν ἀποδεχθῆ κάποιος ὡς Θεό καί Κύριο χρειάζεται πίστη. Ἡ πίστις, ὅμως, εἶναι ἀποκάλυψις ἀπό τόν Θεό στούς καλοπροαιρέτους, ὅπως ὁ Κύριος εἶπε στόν Πέτρο. Ἡ πίστις εἶναι δῶρο θείου φωτισμοῦ. Ἡ πίστις χαρίζει τήν ἀγάπη στόν Θεό καί διά τῆς ἀγάπης ἀνοίγει τήν θύρα τοῦ νοητοῦ παραδείσου.

Γι᾿αὐτό ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης μᾶς λέγει, ὅτι ὅλο τό Εὐαγγέλιό του τό ἔγραψε γιά νά πιστεύσουμε, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀπό τήν Ναζαρέτ δέν ἦταν ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, ἀλλά εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας, δηλαδή Αὐτός πού ἔχρισε ὁ Θεός μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιά νά τελεσιουργήση τό μυστήριο τῆς σωτηρίας τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Καί, πιστεύοντας στόν Ἰησοῦ Χριστό, νά δεχθοῦμε προσωπικά τό δῶρο τῆς σωτηρίας, πού μᾶς προσέφερε διά τοῦ Σταυρικοῦ Θανάτου καί τῆς Ἁγίας Ἀναστάσεώς Του.

 

Διαβάστηκε 186 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2026 14:36

Πολυμέσα

Copyright © 2025 Ιερά Μητρόπολη Γλυφάδας 

Αναζήτηση